Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα ξεπερνά ακόμη και το πιο κυνικό σενάριο. Bέβαια, αν και τίποτα δε μας σοκάρει πια, η αλήθεια είναι πως συνεχίζει η πραγματικότητα να μας πονάει από το πόσο κανονικοποιημένη είναι. Η υπόθεση του καρδιοχειρουργού στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, που καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 30.000 ευρώ επειδή ζήτησε «φακελάκι» 3.000 ευρώ από ασθενή μετά το χειρουργείο, είναι το απαύγασμα όλων των παραπάνω κι ένας καθρέφτης ενός άρρωστου συστήματος που εδώ και δεκαετίες κάνει πως δε βλέπει.

Ο γιατρός, μιλώντας στο Live News, δήλωσε αθώος. Μίλησε για κοινωνική αχαριστία, για παιδιά που «ντρέπονταν να πάνε στο νοσοκομείο», για μια ζωή προσφοράς. Δήλωσε μέχρι και απογοητευμένος για το αν άξιζε τελικά να σώσει ανθρώπους. Κι εκεί κάπου, η αφήγηση γύρισε από την ουσία στο δράμα του θύτη. Γιατί σε αυτή τη χώρα, το φακελάκι δεν παρουσιάζεται πια ως έγκλημα· παρουσιάζεται ως αυτονόητη προσφορά του ασθενή στον θεράποντα.

 


 

Κι όμως, τα γεγονότα είναι ξεκάθαρα. Προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Σύλληψη. Φωτογραφίες που δείχνουν πως επικαλέστηκε ψεύτικη επέμβαση για να αποφύγει το δικαστήριο ενώ στην πραγματικότητα έπινε καφέ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, το φακελάκι ζητήθηκε μετά το χειρουργείο, όταν ο ασθενής βρισκόταν ήδη σε θέση πλήρους εξάρτησης και ευαλωτότητας. Ακολούθησε καταγγελία στις αρχές, στήθηκε επιχείρηση με προσημειωμένα χαρτονομίσματα ύψους 3.000 ευρώ και ο γιατρός συνελήφθη επ’ αυτοφώρω τη στιγμή της παραλαβής. Στη συνέχεια, επιχείρησε να αποφύγει τη δικαστική διαδικασία επικαλούμενος επείγουσα επέμβαση, κάτι που κατέρρευσε όταν αποκαλύφθηκε πως την ώρα εκείνη βρισκόταν σε καφετέρια. Το δικαστήριο εξέτασε τα στοιχεία, τις μαρτυρίες και το υλικό της υπόθεσης και κατέληξε στην καταδίκη του, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης τριών ετών και χρηματικό πρόστιμο 30.000 ευρώ.

Το πραγματικό όμως σκάνδαλο βέβαια, είναι το ότι όλοι ξέρουμε πως υπάρχει μια άτυπη, αδήλωτη, σχεδόν «θεσμοθετημένη» ταρίφα στα δημόσια νοσοκομεία. Ένα σιωπηλό price list: τόσα για να μπεις πιο γρήγορα, τόσα για να σε προσέξουν, τόσα για να μη σε ξεχάσουν. Ένα σύστημα που αναγκάζει τον ασθενή να μην ρωτά «αν», αλλά «πόσα».

Και κάπου εδώ τελειώνει κάθε δικαιολογία. Γιατί το δημόσιο νοσοκομείο δεν είναι φιλανθρωπία, ούτε προσωπικό μαγαζί κανενός. Είναι δικαίωμα. Και όταν η πρόσβαση στη φροντίδα περνάει μέσα από φακέλους, μετρητά και μισόλογα, τότε δε μιλάμε απλώς για διαφθορά. Μιλάμε για ηθική κατάρρευση.

Ο ίδιος; Δηλώνει αθώωος και μαλιστα είναι και προκλητικός.

«Τα παιδιά μου περάσανε άσχημα στο νοσοκομείο, ντρέπονταν να πάνε λες και είχαν πατέρα φονιά. Έχω απογοητευτεί από την κοινωνία και δεν αξίζει να σώζεις κανέναν από τη στιγμή που σου κάνουν τέτοια πράγματα», είπε χαρακτηριστικά.

«Τον άντρα αυτόν όλοι τον διώχνανε, δεν τον χειρουρούσε κανένας. Έπρεπε να τον αφήσω να πεθάνει και αντί να μου πουν ευχαριστώ, μου λένε αυτά τα πράγματα», πρόσθεσε.

«Έχω σιχαθεί τον εαυτό μου, με τέτοια προσφορά, 50 χρόνια ήμουν ο Άγιος Παντελεήμων και έτρεχα για τον καθένα», δήλωσε.

Το να παρουσιάζεται ένας καταδικασμένος γιατρός ως παρεξηγημένος «Άγιος Παντελεήμων» είναι επικίνδυνο γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από τον ασθενή που πλήρωσε για να ζήσει, στον επαγγελματία που ένιωσε προσβεβλημένος επειδή πιάστηκε κι εκτέθηκε. Και όσο συνεχίζουμε να μιλάμε για «εξαιρέσεις», ενώ όλοι γνωρίζουμε τον κανόνα, τα φακελάκια θα αλλάζουν απλώς χέρια. Μέχρι κάποια στιγμή να παραδεχτούμε το αυτονόητο: ότι σε ένα δημόσιο σύστημα υγείας, η ζωή δεν κοστολογείται. Και όποιος το κάνει, δεν είναι παρεξηγημένος. Είναι ένοχος.