Όταν μια τραγωδία συμβαίνει όπως το πολύνεκρο ναυάγιο ανοιχτά της Χίου στης 3 Φεβρουαρίου 2026 αφήνοντας πίσω δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, όλοι περιμένουμε πρώτα από όλα μια ανθρώπινη αντίδραση. Όμως, σε αυτήν την περίπτωση, αυτό που ξεχώρισε δεν ήταν μόνο τα ίδια τα θλιβερά γεγονότα, αλλά ο τρόπος που μια δημόσια δήλωση ερμηνεύτηκε και προκάλεσε έναν απρόσμενο διάλογο ανάμεσα σε δημόσια πρόσωπα.
Η αρχική τοποθέτηση έγινε από τη Μαρία Καρυστιανού, η οποία σε ανάρτησή της για την τραγωδία στη Χίο εξέφρασε «βαθύ πόνο για τους ανθρώπους που χάθηκαν» αλλά ταυτόχρονα έκανε λόγο για το κράτος που «δεν πράττει όσα μπορεί για να αποτρέψει τις παράνομες εισβολές». Μια φράση, ιδιαίτερα οι λέξεις «παράνομες εισβολές», προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στα κοινωνικά δίκτυα, όχι μόνο λόγω της φόρτισης που έχει ο όρος, αλλά γιατί συνδέθηκε με ένα συμβάν όπου χάθηκαν ζωές.
Η αντίδραση που ακολούθησε ήρθε από τον Ιάσονα Αποστολόπουλο, γνωστό ακτιβιστή και διασώστη, ο οποίος απάντησε δημόσια αμφισβητώντας αυτήν ακριβώς τη φράση. Στην ανάρτησή του στο Facebook συγκεκριμενα έγραψε «Κυρία Καρυστιανού, γνωρίζετε ότι 10 παιδιά είναι στο νοσοκομείο με κατάγματα και σπασμένα χέρια; Είναι αυτά τα παιδιά εισβολείς; Αν ναι, αντιλαμβάνεστε ότι η λέξη “εισβολείς” δεν συνάδει με όλα τα παραπάνω και οφείλετε να ανασκευάσετε;»
Αυτή η ερώτηση «είναι αυτά τα παιδιά εισβολείς;» δεν ήταν απλώς ένας καυτηριασμός ενός όρου. Ήταν μια πρόσκληση να ξανασκεφτεί κανείς τι σημαίνει να χρησιμοποιείς μια συγκεκριμένη λέξη με τέτοιο περιεχόμενο όταν μιλούμε για ανθρώπους που έχουν υποστεί τραγωδία.
Όπως ήταν φυσικό, το σχόλιο του Αποστολόπουλου έφερε κι άλλες αντιδράσεις και μια μικρή «αναζήτηση διευκρινίσεων» online. Ένας χρήστης σχολίασε με νόημα «Αυτός δεν ήταν μαζί στα πάνελ και έβγαινε φωτογραφίες με τη Μαρία; Τώρα την κατηγορεί και αυτός;» μια παρατήρηση που έθεσε και την ερώτηση για τη συνέπεια και τις σχέσεις των ανθρώπων πριν από τη δημόσια αντιπαράθεση.
Ο Αποστολόπουλος απάντησε πως δε φοβάται να εκφράσει τη θέση του και ότι έχει δημοσιεύσει την ανάρτησή του και σε άλλες πλατφόρμες, δείχνοντας πως η πρόθεσή του ήταν να ανοίξει μια συζήτηση και όχι απλώς να αντιπαρατεθεί.
Και εδώ είναι που έρχεται το πιο ενδιαφέρον μέρος αυτής της υπόθεσης: πολλοί άνθρωποι εξέφρασαν έκπληξη όχι τόσο για την κριτική καθαυτή, όσο για την ίδια την διατύπωση που χρησιμοποίησε αρχικά η Καρυστιανού. Δεν ήταν απλώς μια πολιτική θέση ήταν μια οπτική που ξάφνιασε, επειδή χρησιμοποιούσε μια λέξη «εισβολείς» σε σχέση με ανθρώπους που είχαν χάσει τη ζωή τους.
Αυτό που έκανε τον διάλογο να ξεφύγει από το στενό πλαίσιο μιας απλής αντιπαράθεσης ήταν ακριβώς αυτή η διαφορά στον τρόπο σκέψης και ανάγνωσης της ίδιας λέξης. Κάποιοι είπαν ότι η χρήση της ήταν όρος πολιτικός και στρατηγικός, άλλοι ότι ήταν έλλειψη ευαισθησίας σε μια τραγωδία. Η κοινή γνώμη, ειδικά στα κοινωνικά δίκτυα, έδειξε πως υπάρχουν πολλές αποχρώσεις στο πώς αντιλαμβανόμαστε τις λέξεις όταν αυτές συνδέονται με ανθρώπους και όχι με αφηρημένες έννοιες.
Δεν είναι μια συζήτηση που αφορά μόνο δύο πρόσωπα. Είναι μια συζήτηση από την οποία προκύπτει το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η γλώσσα και η επιλογή των λέξεων όταν μιλούμε για ανθρώπινη ζωή και τραγωδία και πώς μια διαφορετική οπτική, ακόμα και με μια φράση, μπορεί να προκαλέσει έκπληξη. Και τελικά, να φανερώσει και την αρχική πρόθεση.
