Θα έλεγα πως η μνήμη μας προσομοιάζει μ’ έναν δημιουργικό ζωγράφο που ανανεώνει διαρκώς τον καμβά του παρελθόντος και προσπαθεί ν’ αποφεύγει την παγίδα της στεγνής κι άψυχης καταγραφής των γεγονότων. Αντί για την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, το μυαλό μας προτιμά τη νοητική αναπλαισίωση. Κι εφόσον η ωμή πραγματικότητα ενδέχεται ν’ αποβεί επώδυνη για τη συναισθηματική μας ισορροπία, τότε παλεύει να μας «προστατεύσει». Είναι μια διεργασία που επιτελείται αθόρυβα και κρατά το χθες σ’ ένα αφήγημα που υπηρετεί την επιβίωσή μας. Ακολουθούν τέσσερις λόγοι για τους οποίους η φαιά ουσία επιλέγει τη μυθοπλασία αντί της ακρίβειας.

 

Διαφύλαξη της αυτοεικόνας

Ο εγκέφαλός μας είναι ένας ακούραστος επιμελητής της αυτοεικόνας που φροντίζει να διατηρούμε συνεκτική άποψη για εμάς. Οποτεδήποτε οι πράξεις έρχονται σε σύγκρουση με τις αρχές μας, βιώνουμε έντονη γνωστική αναταραχή που απειλεί την ηρεμία μας. Προκειμένου να μη μας πλησιάσει ο κλονισμός, αναθεωρεί τα γεγονότα και προσθέτει λεπτομέρειες που μας φαίνονται πως μας δικαιώνουν. Σε περιπτώσεις έντονων διαξιφισμών με προσφιλή πρόσωπα, βγάζει προς τα έξω την ηρωική ανασυγκρότηση των γεγονότων. Όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ανακαλούν την προσωπική τους στάση με τρόπο συνετό, ενώ παράλληλα προσδίδουν στον «αντίπαλο» χαρακτηριστικά υπερβολής. Εκείνη τη στιγμή επεμβαίνει κι αποσιωπά τις υβριστικές μας εκφράσεις.

Ταυτόχρονα, ενισχύει τις λεκτικές επιθέσεις των απέναντί μας. Η ναρκισσιστική θωράκιση εξασφαλίζει την αλώβητη αυτοεκτίμηση κι αποκρύπτει τις τύψεις. Δεν τελειώνει ποτέ η διαφύλαξη, αφού επιτρέπει τη διατήρηση της υπερηφάνειας μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, η συγκεκριμένη θωράκιση κρατά στα χέρια της κι ένα κόστος. Απ’ τη στιγμή που παρουσιαζόμαστε αλάθητοι, ξεχνάμε την αναγκαιότητα της αυτοκριτικής. Εάν καλύπτουμε διαρκώς την ευθύνη που έχουμε, μας καταδικάζουμε στην επανάληψη των ίδιων συγκρούσεων.

 

Το μαξιλάρι της συναισθηματικής αποφόρτισης

Η ανάκληση μιας τραυματικής στιγμής στην αρχική της ένταση θα κατόρθωνε να παραλύσει την αποδοτικότητά μας και να κάνει την καθημερινότητα έναν διαρκή εφιάλτη. Το μυαλό μας παρεμβαίνει στην αποθήκευση αυτών των εμπειριών και λειαίνει τις αιχμηρές γωνίες. Προσθέτει κι αφαιρεί στοιχεία, ώστε το δυσάρεστο βίωμα να γίνει υποφερτό, για να καλμάρει το νευρικό μας σύστημα. Η πλαστή μνήμη εδώ είναι το φάρμακο που επιτρέπει στη ζωή να συνεχιστεί, παρά την ύπαρξη του καημού. Ας σκεφτούμε την εμπειρία κάποιου ατυχούς χωρισμού.

Τις πρώτες ημέρες, η στεναχώρια είναι αξεπέραστη. Όσο περνά ο καιρός, η νόησή μας διαγράφει τις ώρες της απόγνωσης και κρατά επιλεγμένες στιγμές. Μπορεί επιπλέον να επινοήσει λόγους που δικαιολογούν την κατάληξη. Κι εμείς αρχίζουμε να θέλουμε να εμπιστευτούμε ξανά. Ο δισταγμός υποχωρεί μπροστά στην ηπιότερη εκδοχή των γεγονότων.

 

Ενίσχυση των κοινωνικών δεσμών

Είμαστε κοινωνικά όντα κι επιδιώκουμε την ένταξη σε ομάδες. Τακτικά, ευθυγραμμίζουμε τις θύμησές μας μ’ εκείνες των ανθρώπων που μας περιβάλλουν. Η επιθυμία γι’ αποδοχή είναι τόσο ισχυρή, με αποτέλεσμα ο νους μας να υιοθετεί λεπτομέρειες από ιστορίες τρίτων και να τις ενσωματώνει στη βιογραφία του. Βαδίζουμε πάνω στον δρόμο της συλλογικής μνήμης που ενώνει τις αποστάσεις εμπιστοσύνης και πλάθει κοινή μυθολογία που μας κρατά μαζί. Βλέπεις, πολλές φορές προτιμάμε να μοιραζόμαστε ένα ωραίο – αν κι ανακριβές παρελθόν – απ’ το να μένουμε κλεισμένοι στο καβούκι μας.

Σε όλους μας έχει συμβεί να βρεθούμε σε μια συνάντηση παλιών φίλων. Κάποια στιγμή, ένας αρχίζει να περιγράφει μια νεανική τρέλα που ζήσαμε χρόνια πριν. Ενώ η θέση μας στην ιστορία ήταν απόμακρη, οι έντονες περιγραφές των υπολοίπων γεμίζουν τα τυφλά σημεία της μνήμης μας με νέες αφηγήσεις. Σύντομα, αισθανόμαστε την ίδια έξαψη κι αναφέρουμε λεπτομέρειες που ακούσαμε μόλις πριν λίγα λεπτά. Τις θεωρούμε πλέον κομμάτι μας. Βέβαια, όταν θυσιάζουμε την ακρίβεια των εμπειριών μας για να γίνουμε αρεστοί, σταδιακά χάνουμε την επαφή με την ειλικρίνεια. Η συνεχής υιοθέτηση τέτοιων αφηγήσεων θα πνίξει τη φωνή μας μέσα σ’ εκείνες της πλειοψηφίας.

 

Προσομοίωση μελλοντικής επιβίωσης

Εάν μια παλιά αποτυχία μας καταγραφεί στους λογισμούς μας περισσότερο προειδοποιητικά απ’ όσο ήταν, αμέσως αποκτούμε ισχυρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης. Η προσαρμοστική παραποίηση παραλλάσσει τις αναμνήσεις σε εργαλεία στρατηγικής και μας αφήνει να πλοηγούμαστε με μεγαλύτερη ασφάλεια στις αβεβαιότητες του μέλλοντος. Η μνήμη μας μεγεθύνει τα σήματα κινδύνου του παρελθόντος, προκειμένου να μας κρατήσει σε εγρήγορση στο παρόν.

Ας πούμε για μια εμπειρία που είχαμε να κάνουμε με κάποια οικονομική απώλεια. Την εποχή που συνέβη, ο κυριότερος λόγος της λανθασμένης απόφασής μας ήταν η βιασύνη. Αργότερα, το μυαλό μας ανάπλασε ό,τι συνέβη. Έβαλε σημάδια που δήθεν αγνοήσαμε κι αύξησε την ένταση της καταστροφής. Δηλαδή, έγραψε μια ανάμνηση όπου ο κίνδυνος φαινόταν ξεκάθαρος. Η χρήσιμη πλάνη που ακολούθησε μας έκανε υπερβολικά προσεκτικούς και μας έπεισε για μια «έκτη αίσθηση» που, στην πραγματικότητα, προήλθε απ’ την παραποιημένη διδακτική εκδοχή της ιστορίας μας. Παρ’ όλα αυτά, η γιγάντωση των κινδύνων του χθες ενδέχεται να γίνει ανασταλτικός παράγοντας. Αν ξεπεράσουμε το μέτρο, θα βρεθούμε μπροστά σε αδικαιολόγητους φόβους και θα καθηλωθούμε στην απραξία.

Συντάκτης: Δημήτρης Μπότης