Σε κάθε ταξίδι υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να βρεις κάτι περισσότερο από φωτογραφίες και μαγνητάκια για το ψυγείο: να κάνεις νέες γνωριμίες. Οι ιστορίες είναι αληθινές, αλλά συχνά μοιάζουν βγαλμένες από ρομαντική κωμωδία, μόνο που εδώ δεν υπάρχει σκηνοθέτης να φωνάζει «πάμε άλλη μία», μόνο ένα τρένο που φεύγει και δύο καρδιές που τρέχουν να το προλάβουν.

Μια τέτοια ιστορία ξεκίνησε σε ένα νυχτερινό λεωφορείο στα Βαλκάνια, όταν μια φοιτήτρια που είχε χαθεί στις στάσεις ζήτησε βοήθεια από έναν ντόπιο μηχανικό. Αντί για οδηγίες, της πρόσφερε το κάθισμά του και ένα σάντουιτς. Έφτασαν στον ίδιο σταθμό, έφαγαν μαζί πρωινό σε ένα καφέ που μύριζε βρεγμένο χώμα και καφέ φίλτρου, και μέσα σε τρεις μέρες είχαν ανταλλάξει περισσότερες ιστορίες ζωής απ’ όσες οι περισσότεροι άνθρωποι σε τρία χρόνια. Κράτησαν επαφή, ταξίδεψαν ο ένας για τον άλλον, και σήμερα λένε ότι αν εκείνο το λεωφορείο δεν είχε αργήσει, μπορεί και να μην είχαν γνωριστεί ποτέ. Η αγάπη, όπως και τα δρομολόγια, θέλει καμιά φορά καθυστέρηση.

Σε ένα μικρό νησί της Μεσογείου, ένας δύτης γνώρισε μια βιβλιοθηκονόμο που είχε έρθει να «βρει τον εαυτό της», κάτι που, όπως αποδείχτηκε, σήμαινε να χαθεί σε κοράλλια και καλαμάρια. Εκείνος της έμαθε να αναπνέει κάτω από το νερό, εκείνη του έμαθε να αναπνέει πάνω από τα βιβλία. Γελούσαν που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες αλλά έκαναν τα ίδια λάθη: μπερδεύονταν στα ραντεβού και κατέληγαν πάντα στην ίδια παραλία. Όταν έφυγε, του άφησε ένα σημείωμα μέσα σε ένα μυθιστόρημα: «Αν θέλεις να μάθεις το τέλος, έλα». Πήγε. Και βρήκε όχι μόνο το τέλος, αλλά και την αρχή τους.

Στην άλλη άκρη του κόσμου, σε ένα παγωμένο τρένο της Σιβηρίας, δύο άγνωστοι μοιράστηκαν ένα θερμός με τσάι και μια πολύ κακή μπάρα σοκολάτας. Η συζήτηση ξεκίνησε με το αν το τσάι έπρεπε να είναι γλυκό (όχι) ή σκέτο (επίσης όχι) και κατέληξε σε όνειρα για σπίτια με μεγάλες κουζίνες και σκύλους που ρίχνουν τρίχες παντού. Όταν έφτασαν, κανείς δεν ήθελε να κατέβει. Τελικά κατέβηκαν μαζί. Το μόνο που πήραν από το ταξίδι ήταν μια βαλίτσα αναμνήσεων και μια σχέση που ζεσταίνει περισσότερο κι από το τσάι.

Και φυσικά υπάρχει και η ιστορία του ζευγαριού που γνωρίστηκε επειδή μπέρδεψε τις αποσκευές του στο αεροδρόμιο. Εκείνος έφυγε με τη βαλίτσα της (γεμάτη παπούτσια που δεν του έκαναν), εκείνη με τη δική του (γεμάτη καλώδια που δεν της χρησίμευαν). Αντάλλαξαν τηλέφωνα για να κάνουν την επιστροφή – και κατέληξαν να ανταλλάσσουν δείπνα, βόλτες και τελικά ζωές. Λένε ότι ακόμα και σήμερα, όταν κάποιος χάνει κάτι, αυτοί κερδίζουν μια αφορμή να γελάσουν.

Όλες αυτές οι ιστορίες έχουν κάτι κοινό: δεν ήταν στο πρόγραμμα. Δεν υπήρχε εφαρμογή, δεν υπήρχε «τέλειο ταίρι», μόνο ένα εισιτήριο, μια λάθος στροφή και το θάρρος να πεις «γεια». Τα ταξίδια μας ξεγυμνώνουν από συνήθειες και μας ντύνουν με περιέργεια· κι εκεί, κάπου ανάμεσα σε μια ξένη γλώσσα και μια άγνωστη πόλη, η αγάπη βρίσκει χώρο να παρκάρει – συχνά διπλοπαρκαρισμένη και με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
Αν λοιπόν ετοιμάζεις βαλίτσα, βάλε μέσα και λίγη διάθεση για έκπληξη. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα κάθεται στο διπλανό κάθισμα…

Συντάκτης: Δήμητρα Τανού
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη