Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία σταματά να λειτουργεί μηχανικά και αναγκάζεται να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Η τραγωδία στα Τέμπη είναι μία από αυτές τις στιγμές. Δεν είναι απλώς ένα γεγονός που συγκλόνισε τη χώρα. Είναι μια πληγή που άνοιξε μέσα σε κάθε σπίτι. Είναι η συνειδητοποίηση ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο — ούτε η ασφάλεια, ούτε η επιστροφή στο σπίτι, ούτε το «έφτασα».
Δεν είμαι μητέρα. Όμως σκέφτομαι διαρκώς τι θα έκανα αν ήμουν. Και ξέρω πως αν κρατούσα ένα μικρό χέρι μέσα στο δικό μου, θα το έπαιρνα μαζί μου στην πορεία. Όχι για να του μεταφέρω θυμό. Αλλά για να του μάθω τι σημαίνει ευθύνη. Τι σημαίνει να μην προσπερνάς. Τι σημαίνει να στέκεσαι όρθιος όταν γύρω σου όλα μοιάζουν να καταρρέουν. Γιατί τα Τέμπη δεν είναι αριθμοί. Δεν είναι «τόσοι νεκροί» σε μια οθόνη. Είναι δωμάτια που έμειναν άδεια. Είναι τραπέζια που δεν θα ξαναστρωθούν για όλους. Είναι ρούχα που δεν θα φορεθούν ξανά. Είναι μηνύματα που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Είναι παιδιά που περιμένουν ακόμη ένα «καληνύχτα» που δεν θα έρθει. Είναι γονείς που κρατούν φωτογραφίες αντί για σώματα. Είναι κινητά τηλέφωνα που δεν χτύπησαν ποτέ για εκείνη τη φράση που λέμε όλοι μηχανικά: «Θα σε πάρω μόλις φτάσω». Μια φράση που κάποτε ήταν συνήθεια και τώρα έγινε σύμβολο μιας απουσίας που δεν γεφυρώνεται. Δεν θέλω άλλα παιδιά να στέλνουν μπαλόνια στον ουρανό για να τα φτάσει η μαμά ή ο μπαμπάς.
Δε θέλω άλλους ανθρώπους να στέκονται πάνω από λουλούδια, προσπαθώντας να μιλήσουν σε κάποιον που δεν ακούει. Δεν θέλω άλλη σιωπή που βαραίνει περισσότερο από μια κραυγή. Αν ήμουν γονιός, θα πήγαινα το παιδί μου στην πορεία για να του δείξω ότι η δημοκρατία δεν είναι λέξη στα βιβλία. Είναι παρουσία. Είναι συμμετοχή. Είναι η απόφαση να μην συνηθίσουμε τον πόνο. Να μην αποδεχτούμε το «έτσι είναι». Να απαιτήσουμε καλύτερα. Να ζητήσουμε ασφάλεια, διαφάνεια, σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή. Θα του εξηγούσα ότι η διεκδίκηση δεν είναι αγένεια. Είναι αξιοπρέπεια. Ότι το να σηκώνεις τη φωνή σου όταν κάτι είναι λάθος δεν σε κάνει υπερβολικό· σε κάνει υπεύθυνο. Ότι το να συμπορεύεσαι με άλλους ανθρώπους, ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζεις, είναι πράξη αλληλεγγύης.
Θα ήθελα να μάθει πως κάθε ζωή έχει ανεκτίμητη αξία. Ότι πίσω από κάθε όνομα υπήρχε μια ιστορία: όνειρα για σπουδές, σχέδια για ταξίδια, υποσχέσεις για ένα μέλλον που δεν πρόλαβε να έρθει. Να καταλάβει ότι τίποτα από αυτά δεν πρέπει να ξεχαστεί. Η παρουσία σε μια πορεία δεν φέρνει πίσω όσους χάθηκαν. Δεν απαλύνει τον πόνο των οικογενειών. Δεν κλείνει πληγές. Όμως δηλώνει κάτι βαθύτερο: ότι δεν θα αφήσουμε τη μνήμη να ξεθωριάσει. Ότι δεν θα επιτρέψουμε η απώλεια να γίνει απλώς ένα κεφάλαιο στην επικαιρότητα. Και ίσως, μέσα στο πλήθος, το παιδί να ρωτήσει: «Γιατί είμαστε εδώ;»
Κι εκεί βρίσκεται το σημαντικότερο μάθημα. Είμαστε εδώ γιατί η ζωή αξίζει προστασία. Είμαστε εδώ γιατί η αδιαφορία κοστίζει. Είμαστε εδώ γιατί όταν συμβαίνει μια τέτοια τραγωδία, κανείς δεν μπορεί να μένει θεατής. Θα του μάθαινα να αγκαλιάζει λίγο πιο σφιχτά. Να λέει «σ’ αγαπώ» χωρίς αναβολή. Να μην φεύγει θυμωμένο χωρίς να έχει συμφιλιωθεί. Να θεωρεί κάθε επιστροφή στο σπίτι ευλογία και όχι ρουτίνα.
Δεν είμαι μητέρα. Όμως νιώθω πως αυτές τις μέρες όλοι γινόμαστε λίγο γονείς όλων των παιδιών που χάθηκαν. Κουβαλάμε μέσα μας ένα κομμάτι της ευθύνης να μην ξεχαστούν. Να μην επαναληφθεί κάτι αντίστοιχο. Να μη συνηθίσουμε ποτέ την ιδέα ότι η απώλεια είναι «παράπλευρη συνέπεια». Κάθε γονιός που θα σταθεί στην πορεία μαζί με το παιδί του δεν θα κάνει απλώς μια συμβολική κίνηση. Θα μεταδώσει αξίες που δεν διδάσκονται με λόγια, αλλά με πράξεις: σεβασμό, ενσυναίσθηση, ενεργή στάση ζωής. Θα δείξει πως η κοινωνία δεν αλλάζει από την άνεση του καναπέ, αλλά από την παρουσία στον δρόμο, εκεί όπου η φωνή ενώνεται με άλλες φωνές. Και όταν τελειώσει η πορεία, όταν επιστρέψουν στο σπίτι, ίσως το παιδί να έχει καταλάβει κάτι που θα το συνοδεύει σε όλη του τη ζωή: ότι η σιωπή μπροστά στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλογή.
Σήμερα, λοιπόν, η επιλογή είναι να είμαστε εκεί. Για όσους δεν έφτασαν ποτέ. Για όσους περιμένουν δικαίωση. Για να μπορούμε κάποτε να κοιτάξουμε τα παιδιά μας στα μάτια και να πούμε πως δεν μείναμε αμέτοχοι.
Σήμερα όλοι μαζί φωνάζουμε: ποτέ ξανά.
