Η Μαρία Κωνσταντάρου το είχε πει ξεκάθαρα και με εκείνη την αφοπλιστική ειλικρίνεια που τη χαρακτηρίζει: «Θέλω να πάω στον “Εκατομμυριούχο” γιατί θέλω λεφτά». Τρία χρόνια αιτήσεις. Καμία απάντηση. Και μια επιθυμία που έμενε μετέωρη.

Στο «Buongiorno» είχε μοιραστεί το παράπονό της σχεδόν χαμογελώντας. Πιστεύει ότι μπορεί να φτάσει μέχρι τις 5.000 ευρώ. Το είπε με αυτογνωσία, με χιούμορ, με μια διάθεση να δοκιμάσει τον εαυτό της. Τότε ο Γρηγόρης Αρναούτογλου μπήκε τηλεφωνικά στην εκπομπή, μίλησαν στον αέρα και άφησε μια υπόσχεση να πλανάται.

Η συνέχεια γράφτηκε στο πλατό του «The 2Night Show», το βράδυ της 3ης Μαρτίου. Χωρίς να το περιμένει, βρέθηκε στο στούντιο του «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;». Η αντίδρασή της ήταν αυθόρμητη, γεμάτη ενθουσιασμό, σχεδόν παιδική. Έγινε μια πρόβα με πέντε ερωτήσεις. Μια μικρή γεύση από το παιχνίδι που τόσο καιρό ήθελε να ζήσει. Για εκείνη, η εμπειρία είχε μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε έπαθλο. Ήταν η αίσθηση ότι κάποιος την άκουσε.

 


 

Και μετά ήρθε η κουβέντα για τα 785 ευρώ.

Η Μαρία Κωνσταντάρου μίλησε για το διαμέρισμα στην Κηφισιά που αγόρασε σε πιο σταθερές εποχές, για την περίοδο που το θέατρο της εξασφάλιζε οικονομική άνεση. Οι συνθήκες άλλαξαν, το σπίτι πουλήθηκε, η δεύτερη σύνταξη κόπηκε. Οι πίνακες, οι αντίκες και τα κοσμήματα έγιναν τρόπος επιβίωσης. Ένα ένα.

«Με 785 ευρώ δεν μπορείς να ζήσεις», είπε. Περιέγραφε μια καθημερινότητα γεμάτη υπολογισμούς, μια μόνιμη ανησυχία για το τι θα συμβεί όταν τα αποθέματα τελειώσουν. Η συζήτηση άγγιξε και το ενδεχόμενο γηροκομείου. Η αντίδρασή της ήταν άμεση, έντονη, σχεδόν ενστικτώδης. Ένα «Απαπαπα» που συμπύκνωσε ολόκληρη τη σχέση ενός καλλιτέχνη με την αυτονομία.

 

«Είχα μια σύνταξη και από τον πατέρα μου. Με το που ήρθε ο Τσίπρας τις έκοψε. Εκεί τα έπαιξα, άρχισα να πουλάω πίνακες, αντίκες και κοσμήματα για να ζήσω. Έχουν αρχίσει να λιγοστεύουν ό,τι έχει απομείνει από την πώληση του σπιτιού. Χρειάζομαι από εκεί να τραβάω… Με 785 ευρώ σύνταξη δεν μπορείς να ζήσεις, ζω έναν εφιάλτη κατά καιρούς, ότι αν τελειώσουν και αυτά τα ελάχιστα χρήματα που έχω τι θα κάνω; Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να πάω σε γηροκομείο. Το σπίτι του ηθοποιού; Απαπαπα».

 

Άραγε, τελικά, πώς ζουν οι άνθρωποι του θεάτρου μετά τα φώτα; Πώς μεταφράζεται μια πορεία χρόνων σε μια σύνταξη που δεν καλύπτει τα βασικά; Πόσο εύκολα η αναγνωρισιμότητα μπερδεύεται με την οικονομική άνεση;

Το χαμόγελό της στο πλατό και η φωνή της όταν μιλούσε για τα χρήματα συνυπάρχουν. Το ένα είχε λάμψη, το άλλο βάθος. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η πραγματική της ιστορία: μια γυναίκα που συνεχίζει να ονειρεύεται, να δοκιμάζεται και να μιλά ανοιχτά, ακόμη κι όταν το θέμα είναι τόσο γήινο όσο τα χρήματα.