Δεν ξέρω γιατί, αλλά σε φοβάμαι. Το σώμα μου τσιτώνει όταν σε βλέπω. Δεν είναι σκέψη, είναι αντίδραση. Κάτι βαθιά μέσα μου που ενεργοποιείται πριν προλάβω να το εξηγήσω. Και κάθε φορά αναρωτιέμαι: είμαι εδώ για αγάπη ή για άμυνα;

Ναι μαμά, σε εσένα μιλάω.

Σε φοβάμαι γιατί είσαι απρόβλεπτη. Γιατί μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου έπρεπε να “διαβάζω” τη διάθεσή σου για να επιβιώσω συναισθηματικά. Να καταλαβαίνω από το βλέμμα σου αν έρχεται καταιγίδα ή αν μπορώ για λίγο να χαλαρώσω. Δεν ήμουν παιδί, ήμουν σε επιφυλακή.

Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβω, έγινα ένας μικρός “τραυματίας πολέμου”. Με ένα σώμα που θυμάται πριν από εμένα. Με ένα νευρικό σύστημα που δεν ησυχάζει εύκολα. Έτοιμη για όλα. Αλλά για ποια όλα; Για μια μάχη που ποτέ δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησε.

Ξέρω, ήσουν αγχωμένη. Ξέρω, δεν μεγάλωσες εύκολα. Ξέρω, κουβαλάς κι εσύ τις δικές σου πληγές. Αλλά ποτέ δεν ανέλαβες την ευθύνη. Ποτέ δεν μου είπες ένα “συγγνώμη” για τον φόβο που μου δημιούργησες. Σπάνια μου είπες “σ’ αγαπώ”. Ήταν σαν να τα ήθελες όλα για σένα αυτά τα λόγια, σαν να είχες εσύ τη μεγαλύτερη ανάγκη να αγαπηθείς, κι εγώ έπρεπε να σε φροντίσω.

Κι έτσι έμεινα εγώ να μαζεύω τα κομμάτια μου. Με μάτια που δάκρυζαν εύκολα. Με αξία που έπρεπε να χτίσω από το μηδέν. Με έναν εαυτό που συνέχεια αναρωτιόταν: “τι έκανα λάθος;” Και η απάντηση ήρθε αργά. Τίποτα δεν έκανα λάθος. Ήμουν απλά ένα παιδί. Ένα παιδί ευαίσθητο, έξυπνο, περίεργο. Ένα παιδί που χρειαζόταν αγάπη, όχι να τη διεκδικεί, αλλά να τη λαμβάνει.

Και σήμερα;

Εσύ είσαι ακόμα εκεί. Σε έναν ρόλο που μοιάζει γνώριμος, κάπου ανάμεσα στο θύμα και τη βασίλισσα. Όχι κακή, όχι άγια. Αλλά χωρίς να αναλαμβάνεις αυτό που σου αναλογεί. Κι εγώ εδώ, να προσπαθώ ακόμα να καταλάβω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ. Αν μπορώ να αφεθώ. Αν μπορώ να σε αγαπήσω χωρίς να φοβάμαι.Γιατί η αλήθεια είναι αυτή:
σ’ αγαπώ.
Αλλά με έχεις και τσακίσει.

Σου κρατάω πράγματα. Πολλά. Άλλα τα λέω, άλλα τα ξεχνάω, άλλα τα καταπίνω. Και μερικές φορές δεν ξέρω τι να τα κάνω τώρα που μεγάλωσα. Γιατί δεν είναι μόνο το παρελθόν. Είναι και το παρόν που κουβαλάει τις συνέπειες. Στις σχέσεις που δυσκολεύομαι να κρατήσω. Στη δουλειά που δεν ένιωσα ποτέ ότι με στήριξες, αντίθετα, με φόβιζες όταν ήδη φοβόμουν. Στο ότι σήμερα βοηθάω άλλους, αλλά κάθε φορά πυροδοτείται και ο δικός μου φόβος. Δεν μου είπες ποτέ “μπράβο”. Και κάπου βαθιά μέσα μου ένιωθα πως με ζήλευες κιόλας.

Κι έτσι έμαθα να γίνομαι δυνατή μόνη μου. Να γίνομαι “παντοδύναμη” γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Όχι γιατί ήθελα. Αλλά γιατί έπρεπε. Και ξέρεις τι είναι το πιο σκληρό; Ότι ήμουν ένα πολύ καλό παιδί. Και δεν μου το είπε ποτέ κανείς. Έπρεπε να το ανακαλύψω μόνη μου. Όπως έπρεπε να βρω μόνη μου και την αγάπη, αρκετή για να καλύψει και τα δικά μου κενά… αλλά και τα δικά σου.

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Δεν είναι όλη σκοτάδι. Έχει και φως. Έχει και δύναμη.
Αλλά έχει και πόνο. Και κάποιες μέρες, να ξέρεις, πονάει ακόμα.

Γιατί το σώμα θυμάται.