Μια καταδίωξη που κράτησε περίπου 35 λεπτά. Ένας 20χρονος που προσπάθησε να διαφύγει πεζός. Τουλάχιστον 13 κάλυκες στο σημείο. Ένας νεαρός που σήμερα δίνει μάχη για τη ζωή του με σοβαρά τραύματα στο κεφάλι και δύο αστυνομικοί που κατηγορούνται για απόπειρα ανθρωποκτονίας, υποστηρίζοντας ότι πυροβόλησαν μόνο προειδοποιητικά.

Η καταδίωξη ξεκίνησε όταν οι αστυνομικοί επιχείρησαν να σταματήσουν το αυτοκίνητο του 20χρονου. Σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, ο νεαρός δεν συμμορφώθηκε, ακολούθησε διαδρομή μέσα από διάφορες περιοχές του Άργους και τελικά εγκλωβίστηκε σε χώρο στάθμευσης σούπερ μάρκετ. Εκεί εγκατέλειψε το όχημα, πέρασε σε διπλανό οικόπεδο με πυκνή βλάστηση και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ακούστηκαν οι πυροβολισμοί.

Οι αστυνομικοί υποστηρίζουν ότι αντιλήφθηκαν πως ο 20χρονος είχε όπλο στην κατοχή του και ότι πυροβόλησαν στον αέρα για εκφοβισμό. Η βαλλιστική εξέταση, όμως, καλείται τώρα να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: οι σφαίρες έφυγαν πράγματι προς τα πάνω ή υπήρξαν ευθείες βολές; Τα σημάδια που έχουν βρεθεί στον μαντρότοιχο του οικοπέδου και οι κάλυκες που περισυνελέγησαν αποτελούν βασικά στοιχεία της έρευνας.

 


 

Την ίδια ώρα, η μητέρα του 20χρονου περιγράφει μια εντελώς διαφορετική πλευρά της ιστορίας. Λέει ότι ο γιος της βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού, έχει αναπηρία 89% και δυσκολίες στην επικοινωνία. Υποστηρίζει ότι είχε βγει κρυφά από το σπίτι για να πάει για μπάνιο και πως όταν κατάλαβε ότι είχε ξεχάσει το δίπλωμά του πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να φύγει.

Δε σημαίνει ότι αυτό εξηγεί τα πάντα. Δε σημαίνει ότι απαντά αυτόματα σε όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ. Αλλά σίγουρα αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουμε να τα εξετάσουμε. Γιατί ένας άνθρωπος που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού μπορεί να αντιδράσει εντελώς διαφορετικά σε μια κατάσταση πίεσης. Μπορεί να μην απαντήσει σε μια εντολή, να πανικοβληθεί, να τρέξει, να απομακρυνθεί ή να μοιάζει ότι αγνοεί όσα συμβαίνουν γύρω του. Αυτό δεν είναι απαραίτητα ένδειξη επιθετικότητας. Μπορεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλός του προσπαθεί να διαχειριστεί μια κατάσταση που τον κατακλύζει.

 


 

Το αν οι αστυνομικοί είχαν δίκιο ή άδικο θα το κρίνει η Δικαιοσύνη. Αλλά τι δείχνει εν γένει το αν ως κοινωνία έχουμε αποδεχτεί ότι δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο; Συχνά μιλάμε για τη συμπερίληψη σαν να είναι μια θεωρητική έννοια. Σαν να αφορά μόνο τα σχολεία, τις ράμπες ή τις καμπάνιες ευαισθητοποίησης. Στην πραγματικότητα, όμως, η αξία της κρίνεται στις πιο δύσκολες στιγμές. Εκεί όπου κάποιος καλείται μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα να αναγνωρίσει ότι η συμπεριφορά που βλέπει απέναντί του ίσως δεν είναι απειλή, αλλά έκφραση μιας διαφορετικής νευρολογικής πραγματικότητας.

Κι αν αύριο αποδειχθεί πως όλες οι διαδικασίες ακολουθήθηκαν κατά γράμμα ή, αντίθετα, ότι έγιναν σοβαρά λάθη, το ερώτημα θα εξακολουθεί να υπάρχει: πόσο προετοιμασμένοι είμαστε να διαχειριστούμε ανθρώπους που δεν αντιδρούν όπως περιμένουμε και ποια είναι η εκπαίδευση τη αστυνομίας τελικά;