Υπάρχουν κάποιες φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες, αλλά κουβαλούν μέσα τους ολόκληρες ιστορίες. Μία από αυτές είναι η απλή ερώτηση: «Να έρθω κι εγώ;» Τρεις λέξεις που για κάποιους ανθρώπους είναι εύκολες. Για άλλους όμως μοιάζουν σχεδόν αδύνατες να ειπωθούν. Όχι επειδή δεν θέλουν να πάνε. Όχι επειδή δεν ενδιαφέρονται. Αλλά επειδή μέσα σε αυτή τη μικρή ερώτηση κρύβεται ένας βαθύτερος φόβος: «Κι αν δεν με θέλουν;»
Ο φόβος ότι θα φανώ ανεπιθύμητος
Φαντάσου το εξής: Μια φίλη σου αναφέρει ότι το Σάββατο θα πάει σε μια συναυλία με μια κοινή παρέα. Σου αρέσει πολύ το συγκρότημα, είσαι ελεύθερος εκείνη τη μέρα και θα ήθελες να είσαι μαζί τους. Κι όμως, αντί να πεις: «Τέλεια! Να έρθω κι εγώ;» χαμογελάς και απαντάς: «Α, ωραία! Να περάσετε όμορφα.» Το βράδυ βλέπεις φωτογραφίες και stories από τη συναυλία. Και κάπου εκεί ξεκινάει ο εσωτερικός διάλογος:
«Γιατί δεν με κάλεσαν;»
«Μήπως δεν με θέλουν στην παρέα;»
«Μήπως έχω απομακρυνθεί από τους άλλους;»
«Μήπως κάτι κάνω λάθος;»
Και χωρίς να έχεις καμία πραγματική πληροφορία, ο εγκέφαλος αρχίζει να δημιουργεί μια ολόκληρη ιστορία απόρριψης. Η ειρωνεία είναι ότι ίσως η απάντηση σε όλα αυτά να βρισκόταν σε μια απλή ερώτηση: «Να έρθω κι εγώ;»
Ο άγραφος κανόνας που μας κρατάει πίσω
Πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουμε με έναν άγραφο κοινωνικό κανόνα: «Αν με ήθελαν εκεί, θα με είχαν καλέσει.» Ακούγεται λογικό. Όμως συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι άνθρωποι δεν οργανώνουν πάντα τις κοινωνικές τους σχέσεις με τόσο ξεκάθαρο τρόπο. Μπορεί κάποιος να ξέχασε να σε ενημερώσει. Μπορεί να θεώρησε ότι είχες άλλα σχέδια. Μπορεί η ιδέα να προέκυψε αυθόρμητα. Μπορεί απλώς να υπέθεσε ότι δεν θα ενδιαφερόσουν. Το μυαλό μας όμως συχνά επιλέγει τη δυσκολότερη ερμηνεία: «Δεν με θέλουν.»
Μήπως οι άλλοι μας συμπαθούν περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε;
Η ψυχολογία έχει μελετήσει αρκετά αυτό το φαινόμενο: την τάση μας να υποτιμούμε το πόσο θετικά μας βλέπουν οι άλλοι. Πολλές φορές μετά από μια συζήτηση, μια γνωριμία ή μια κοινωνική στιγμή, εμείς θυμόμαστε τα αμήχανα σημεία, τα λάθη μας ή αυτά που θα μπορούσαμε να είχαμε πει διαφορετικά. Οι άλλοι όμως συνήθως θυμούνται κάτι πολύ πιο απλό: Έναν άνθρωπο που τους άρεσε η παρέα του. Υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και στην εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς. Και συχνά είμαστε πολύ πιο συμπαθείς από όσο πιστεύουμε.
Γιατί ο εγκέφαλός μας φοβάται τόσο πολύ την απόρριψη;
Η ανάγκη για αποδοχή δεν είναι απλώς μια κοινωνική επιθυμία. Είναι βαθιά συνδεδεμένη με τον τρόπο που λειτουργούμε ως άνθρωποι. Για χιλιάδες χρόνια, η ένταξη σε μια ομάδα σήμαινε προστασία και επιβίωση. Η απόρριψη από την ομάδα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες. Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να μη κινδυνεύει επειδή δεν τον κάλεσαν για έναν καφέ ή μια έξοδο, όμως ο εγκέφαλος εξακολουθεί να αντιδρά έντονα σε σημάδια πιθανής απόρριψης. Ένα απλό:
«Δεν με κάλεσαν»
μπορεί μέσα μας να μεταφραστεί σε:
«Δεν με θέλουν.»
Και αυτές οι δύο φράσεις απέχουν πολύ μεταξύ τους.
Η μοναξιά συχνά μεγαλώνει από τις ευκαιρίες που δεν παίρνουμε
Ένα από τα παράδοξα της εποχής μας είναι ότι πολλοί άνθρωποι θέλουν περισσότερη σύνδεση, περισσότερες φιλίες και περισσότερες κοινές εμπειρίες. Ταυτόχρονα όμως φοβούνται να κάνουν το πρώτο βήμα. Δεν στέλνουν μήνυμα γιατί «θα ενοχλήσουν». Δεν προτείνουν έξοδο γιατί «ίσως δεν θέλουν». Δεν ρωτούν «να έρθω κι εγώ;» γιατί φοβούνται την απάντηση.
Και έτσι πολλές φορές απορρίπτουμε εμείς τον εαυτό μας πριν μας απορρίψει κάποιος άλλος.
Πότε αξίζει να τολμήσουμε την ερώτηση;
Φυσικά, το να ζητάμε να συμμετέχουμε δεν σημαίνει ότι πρέπει να εμφανιζόμαστε παντού ή να αγνοούμε τα όρια των άλλων. Υπάρχουν στιγμές που μια παρέα, μια έξοδος ή μια συνάντηση είναι πιο προσωπική και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Όμως στις περισσότερες καθημερινές καταστάσεις, μια απλή ερώτηση δεν είναι βάρος. Είναι μια πρόσκληση για σύνδεση. Μπορεί να πεις:
«Ακούγεται πολύ ωραίο. Χωράει ένας ακόμη;»
ή:
«Θα ήθελα να έρθω κι εγώ, αν σας βολεύει.»
ή απλώς:
«Να έρθω κι εγώ;»
Γιατί πολλές φορές η μεγαλύτερη απόρριψη που βιώνουμε δεν έρχεται από τους άλλους. Έρχεται από τις φορές που δεν δώσαμε ποτέ στους άλλους την ευκαιρία να μας πουν: «Φυσικά, έλα.»