Η επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη πήρε δέκα χρόνια. Η επιστροφή του στη μεγάλη οθόνη, μέσα από το βλέμμα του Κρίστοφερ Νόλαν, χρειάστηκε σχεδόν τρεις χιλιετίες. Και το κοινό ήταν κάτι παραπάνω από έτοιμο να σαλπάρει μαζί του.
Η «Οδύσσεια» άνοιξε αυλαία στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 17 Ιουλίου και, πριν ακόμη ολοκληρωθεί το πρώτο Σαββατοκύριακο προβολής της, είχε ήδη εξελιχθεί σε παγκόσμιο viral φαινόμενο. Οι πρώτες εκτιμήσεις θέλουν την ταινία να οδεύει προς ένα άνοιγμα που μπορεί να ξεπεράσει τα 200 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, με τις προβλέψεις για τη Βόρεια Αμερική να κινούνται μεταξύ 85 και 100 εκατομμυρίων δολαρίων. Το τελικό ποσό, βέβαια, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, καθώς το πρώτο εισπρακτικό τριήμερο βρίσκεται στα ντουζένια του.
Στην Αυστραλία, η νέα ταινία του Νόλαν συγκέντρωσε 2,35 εκατομμύρια δολάρια μόνο κατά την πρώτη ημέρα προβολής της, καταγράφοντας το μεγαλύτερο άνοιγμα της Universal στη χώρα για πρωτότυπη –μη franchise– παραγωγή. Στο IMAX της Μελβούρνης, περισσότερα από 40.000 εισιτήρια απέφεραν περίπου 1,8 εκατομμύρια δολάρια, ενώ σε πόλεις όπως το Λονδίνο οι προβολές σε φιλμ IMAX 70mm έχουν γίνει προορισμός για θεατές που ταξιδεύουν ακόμη και από άλλη ήπειρο σύμφωνα με τα στοιχεία του The Guardian.

Η επιτυχία βέβαια και με τέτοιο πρόμο, δεν έπιασε και κανέναν μας στον ύπνο. Ο Νόλαν, ξέροντας τι κάνει, πήρε μία από τις θεμελιώδεις ιστορίες του δυτικού πολιτισμού και την επέστρεψε στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε: στο μεγάλο, σχεδόν παιδικό ερώτημα για το τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα. Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη ερώτημα, ίσως πιο δύσκολο από όλα τα τέρατα που συναντά ο ήρωας. Ένα ερώτημα που κρύβεται πίσω από κάθε ναυάγιο, κάθε καθυστέρηση και κάθε νέο νησί:
Ήθελε πραγματικά ο Οδυσσέας να επιστρέψει στην Ιθάκη;
Ολόκληρη η «Οδύσσεια» είναι ένα έπος του νόστου. Ο Οδυσσέας κλαίει στην ακτή της Ωγυγίας κοιτάζοντας τη θάλασσα, νοσταλγεί την Πηνελόπη και απορρίπτει ακόμη και την αθανασία που του προσφέρει η Καλυψώ (που δεν το κάνεις ρε φίλε). Θέλει να δει, έστω για λίγο, τον καπνό που υψώνεται από τη γη της πατρίδας του, ακόμη κι αν έπειτα πεθάνει. Σωστός, τίμιος, μερακλής σύζυγος και πατριώτης.

Δεν υπάρχουν, λοιπόν, αρκετά στοιχεία για να ισχυριστεί κανείς ότι ο ομηρικός Οδυσσέας δεν επιθυμεί συνειδητά την επιστροφή του. Η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση βρίσκεται στο -άκουσον άκουσον- ότι μπορεί να τη θέλει με το μυαλό του, αλλά ένα βαθύτερο κομμάτι του να την αναβάλλει. Να λαχταρά την Ιθάκη ως ιδέα, χωρίς να είναι βέβαιο ότι μπορεί να αντέξει την πραγματικότητά της. Γιατί άλλο είναι να νοσταλγείς το σπίτι σου και άλλο να είσαι έτοιμος να ξαναγίνεις ο άνθρωπος που ήσουν μέσα σε αυτό.
Ο Οδυσσέας έχει φύγει από την Ιθάκη εδώ και είκοσι χρόνια. Δέκα χρόνια πολέμησε στην Τροία και άλλα δέκα περιπλανήθηκε. Ο άνδρας που επιστρέφει δεν είναι ο σύζυγος που αποχαιρέτησε κάποτε την Πηνελόπη ούτε ο πατέρας που άφησε πίσω του ένα βρέφος. Είναι ένας άνθρωπος που έχει εξαπατήσει, σκοτώσει, χάσει όλους τους συντρόφους του και μάθει να επιβιώνει αλλάζοντας συνεχώς ταυτότητα. Η Ιθάκη, αντίθετα, έχει μείνει μέσα του ακίνητη. Η ανάμνηση του εαυτού του πριν από τον πόλεμο. Βαρύ να το δεις αυτό ξανά στον καθρέφτη σου.
Υπάρχει λοιπόν ένα ολόκληρο φιλοσοφικό κίνημα που υποστηρίζει ότι ο Οδυσσέας μπορεί να επιθυμεί την Ιθάκη ακριβώς επειδή βρίσκεται μακριά της. Όσο δεν φτάνει, η πατρίδα παραμένει άφθαρτη, η Πηνελόπη αιώνια πιστή, ο Τηλέμαχος πάντα παιδί και ο ίδιος ένας βασιλιάς που κάποτε θα αποκαταστήσει την τάξη. Η πραγματική επιστροφή, όμως;
Η θεωρία αυτή υποστηρίζεται από τα ομηρικά εμπόδια του Οδυσσέα τα οποία δεν προέρχονται όλα από τους θεούς και τη μοίρα. Ορισμένα γεννιούνται από τον ίδιο. Όταν ξεφεύγει από τον Πολύφημο, θα μπορούσε να απομακρυνθεί σιωπηλός και ασφαλής. Αντί γι’ αυτό, αποκαλύπτει το όνομά του, επειδή δεν αντέχει η νίκη του να μείνει ανώνυμη. Η ανάγκη του να αναγνωριστεί (ή να εκτεθεί θα έλεγε κάποιος πιο πονηρεμένος) δίνει στον Κύκλωπα τη δυνατότητα να ζητήσει από τον Ποσειδώνα την τιμωρία του και μετατρέπει τον δρόμο της επιστροφής σε πολυετές κυνηγητό.

Στο νησί της Κίρκης, από την άλλη, μένει έναν ολόκληρο χρόνο. Η παραμονή του στην Καλυψώ δεν αποτελεί ακριβώς ελεύθερη επιλογή, αφού κρατείται εκεί από τη νύμφη, αλλά διαρκεί επτά χρόνια και αποκτά τη βαριά ακινησία μιας ζωής που θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα. Στους Φαίακες, λίγο πριν από την επιστροφή του, ο Οδυσσέας αφηγείται επί μακρόν τις περιπέτειές του. Σαν να χρειάζεται πρώτα να μετατρέψει όσα έζησε σε ιστορία, για να μπορέσει να τα αφήσει πίσω.
Είναι ο «πολύτροπος», ο άνθρωπος με τους πολλούς τρόπους, τις πολλές στροφές και τις πολλές ταυτότητες. Λέγεται «Κανένας» μπροστά στον Πολύφημο, εμφανίζεται ως ναυαγός, ξένος, ζητιάνος και αφηγητής. Επιβιώνει επειδή δεν παραμένει ποτέ ο ίδιος. Η επιστροφή στην Ιθάκη, όμως, απαιτεί ακριβώς το αντίθετο: να σταματήσει να μεταμορφώνεται και να δηλώσει ποιος είναι.
Τέλος, εξηγείται και ψυχολογικά. Οδυσσέας έχει μάθει να υπάρχει μέσα στην κρίση. Η ταυτότητά του έχει οικοδομηθεί πάνω στην επινόηση, στον κίνδυνο και στην υπέρβαση του αδύνατου. Κάθε εμπόδιο τού προσφέρει έναν σκοπό και κάθε αντίπαλος μια νέα ευκαιρία να αποδείξει την ευφυΐα του. Τι απομένει από αυτόν όταν η θάλασσα ησυχάσει; Η ειρήνη δεν είναι πάντοτε εύκολη για εκείνον που έχει ζήσει για πολύ καιρό μέσα στον πόλεμο. Η επιστροφή σημαίνει καθημερινότητα, ευθύνη, σιωπή. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει πια τέρας για να νικήσει, μόνο μια σχέση που πρέπει να ξαναχτιστεί, ένας γιος που μεγάλωσε χωρίς εκείνον και ένα βασίλειο που έμαθε να ζει με την απουσία του.
Ολόκληρη η επική άφιξη στην Ιθάκη, αν το σκεφτείς, δε φέρνει την άμεση γαλήνη. Ο Οδυσσέας επιστρέφει μεταμφιεσμένος, δοκιμάζει τους ανθρώπους γύρω του, οργανώνει την εκδίκησή του και σκοτώνει τους μνηστήρες. Ακόμη και μέσα στο ίδιο του το σπίτι συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται σε εχθρική περιοχή. Για να επιστρέψει πραγματικά ακόμα και στο κρεβάτι της Πηνελόπης, ο Οδυσσέας πρέπει να αποδείξει ότι θυμάται τη σταθερή ρίζα της κοινής τους ζωής, το μυστικό τους.

Τι τον λυτρώνει; Η προφητεία του Τειρεσία που τού επιβάλλει να φύγει ξανά, αυτή τη φορά κρατώντας ένα κουπί και προχωρώντας προς το εσωτερικό, μέχρι να βρει ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη θάλασσα. Κι έτσι, ο ήρωας ολοκληρώνει ένα έπος επιστροφής μόνο για να μάθει ότι πρέπει να ξαναφύγει.
Αυτόν τον υπόγειο πυρήνα της ιστορίας εντόπισαν πολλοί μεταγενέστεροι δημιουργοί. Στον «Οδυσσέα» του Άλφρεντ Τένισον, ο ήρωας έχει επιστρέψει, αλλά ασφυκτιά μέσα στην ακινησία του βασιλείου του. Ο Νίκος Καζαντζάκης στη δική του «Οδύσσεια», στη μνημειώδη συνέχεια των 33.333 στίχων, φτάνει τον Οδυσσέα στην Ιθάκη, όπου σκοτώνει τους μνηστήρες και γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι η πατρίδα δεν μπορεί πλέον να τον χωρέσει. Εγκαταλείπει ξανά την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο και τη βασιλεία του, αναζητώντας όχι έναν νέο τόπο. Και ο Καβάφης; Αυτός, χωρίς να αμφισβητεί την ανάγκη της Ιθάκης, μετακινεί το νόημά της. Η Ιθάκη είναι απαραίτητη επειδή προσφέρει την αφορμή για το ταξίδι.
Κάθε άνθρωπος χρειάζεται μια Ιθάκη για να μη χαθεί. Χρειάζεται έναν προορισμό, μια υπόσχεση ότι κάπου υπάρχει ένα σπίτι που τον περιμένει. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι που αντέχουν να ποθούν το σπίτι μόνο όσο παραμένουν μακριά του.
Τελικά, μπορεί ο Οδυσσέας να ήθελε την Ιθάκη. Αλλά ίσως χρειαζόταν περισσότερο το ωραίο ταξίδι.
