Ένας 48χρονος αναισθησιολόγος του Νοσοκομείου Μεσολογγίου άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στο δωμάτιο εφημερίας, όπου βρέθηκε νεκρός το πρωί του Σαββάτου 29 Αυγούστου. Την τραγική είδηση έκανε γνωστή ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ο γιατρός συμμετείχε κανονικά στο πρόγραμμα της εφημερίας το βράδυ της Παρασκευής και εντοπίστηκε νεκρός κάτω από το κρεβάτι από τη συνάδελφό του που πήγε το επόμενο πρωί να τον αντικαταστήσει.
Ο 48χρονος ήταν παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού οκτώ ετών, ενώ, σύμφωνα πάντα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, δεν αντιμετώπιζε γνωστά προβλήματα υγείας. Τα ακριβή αίτια του θανάτου του αναμένεται να διαπιστωθούν μετά τη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής.
Και αυτό χρειάζεται να ειπωθεί καθαρά: αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε τι προκάλεσε τον θάνατο του αναισθησιολόγου. Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ευθύνεται η εξάντληση, ούτε να συνδέσουμε αυθαίρετα μια ανθρώπινη απώλεια με τις συνθήκες εργασίας του χωρίς τα απαραίτητα ιατρικά στοιχεία.
Μπορούμε, όμως, να μιλήσουμε για όσα ήδη γνωρίζουμε.
Γνωρίζουμε ότι η εργασιακή εξουθένωση των γιατρών και των υπόλοιπων υγειονομικών στα ελληνικά νοσοκομεία είναι υπαρκτή. Γνωρίζουμε τις εξαντλητικές εφημερίες, τις συνεχόμενες ώρες εργασίας, τις ελλείψεις προσωπικού και την τεράστια ευθύνη που σηκώνουν καθημερινά άνθρωποι οι οποίοι καλούνται να φροντίσουν ζωές, πολλές φορές έχοντας ξεπεράσει τα όρια της δικής τους αντοχής.
Μόλις δύο αναισθησιολόγοι στο νοσοκομείο
«Πάντα η δική μας σκέψη σε τέτοιες περιπτώσεις θα πηγαίνει στην εργασιακή εξουθένωση», σχολίασε ο Μιχάλης Γιαννάκος, επισημαίνοντας ότι στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου υπηρετούσαν μόλις δύο αναισθησιολόγοι. Ο αριθμός αυτός δεν αποδεικνύει τι συνέβη στον 48χρονο γιατρό. Αποκαλύπτει, όμως, ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα: το πόσο εύκολα ολόκληρες κλινικές και κρίσιμες ειδικότητες μπορεί να στηρίζονται στις αντοχές ελάχιστων ανθρώπων.
Και οι αναισθησιολόγοι δεν είναι μια ειδικότητα που μπορεί απλώς να «περιμένει». Χρειάζονται στα χειρουργεία, στα επείγοντα περιστατικά και σε κάθε στιγμή κατά την οποία η ζωή ενός ασθενούς μπορεί να κρέμεται από μια απόφαση λίγων δευτερολέπτων. Όταν, λοιπόν, οι ανάγκες ενός ολόκληρου νοσοκομείου καλύπτονται από δύο ανθρώπους, είναι αναπόφευκτο να γεννιούνται ερωτήματα για το βάρος που αναγκάζονται να σηκώνουν.
Οι γιατροί δεν είναι ανεξάντλητοι
Έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τους γιατρούς σαν να είναι υποχρεωμένοι να αντέχουν τα πάντα. Να μένουν ξύπνιοι, να τρέχουν από περιστατικό σε περιστατικό, να παίρνουν κρίσιμες αποφάσεις και να συνεχίζουν, ανεξάρτητα από το πόσο κουρασμένοι είναι. Σαν η ιδιότητά τους να τους στερεί αυτομάτως το δικαίωμα στην κόπωση, στον ύπνο και στην προσωπική ζωή. Τους αποκαλούμε «ήρωες» όταν τους έχουμε ανάγκη και ύστερα τους επιστρέφουμε σε ένα σύστημα που συχνά στηρίζεται ακριβώς στην αυτοθυσία τους για να συνεχίσει να λειτουργεί.
Μόνο που κανένα δημόσιο σύστημα υγείας δεν θα έπρεπε να επιβιώνει χάρη στο φιλότιμο και στις τελευταίες αντοχές των εργαζομένων του. Οι γιατροί δεν είναι μηχανές, οι εφημερίες δεν είναι απλοί αριθμοί σε ένα πρόγραμμα και η εξάντληση δεν αποτελεί παράσημο αφοσίωσης στο επάγγελμα. Η στελέχωση των νοσοκομείων δεν αφορά μόνο τις συνθήκες εργασίας των υγειονομικών. Αφορά και την ασφάλεια των ασθενών. Ένας άνθρωπος που εργάζεται πέρα από τα φυσικά του όρια καλείται ταυτόχρονα να παραμένει απόλυτα συγκεντρωμένος, ψύχραιμος και αλάνθαστος. Πρόκειται για μια απαίτηση βαθιά άδικη τόσο για τον ίδιο όσο και για τους ανθρώπους που φροντίζει.
Δε χρειάζεται ακόμη ένας θάνατος για να δούμε το πρόβλημα
Η νεκροψία-νεκροτομή θα δώσει τις απαντήσεις για τα αίτια του θανάτου του 48χρονου αναισθησιολόγου. Μέχρι τότε, οφείλουμε να μην κάνουμε υποθέσεις και να σεβαστούμε την οικογένεια, τους οικείους και τους συναδέλφους του. Δε χρειάζεται, όμως, να αποδειχθεί ότι η εργασιακή εξουθένωση συνέβαλε στον συγκεκριμένο θάνατο για να παραδεχτούμε ότι αποτελεί μια καθημερινή πραγματικότητα στα ελληνικά νοσοκομεία. Δεν χρειάζεται κάθε φορά μια τραγωδία για να θυμόμαστε πως πίσω από τις λευκές μπλούζες υπάρχουν άνθρωποι που κουράζονται, λυγίζουν και έχουν όρια.
Δε γνωρίζουμε ακόμη γιατί πέθανε αυτός ο άνθρωπος. Γνωρίζουμε, όμως, πού πέθανε: μέσα στο δωμάτιο της εφημερίας του, ενώ βρισκόταν στη δουλειά. Και αυτή η εικόνα, χωρίς αυθαίρετα συμπεράσματα και χωρίς εκμετάλλευση της τραγωδίας, αρκεί για να ανοίξει ξανά μια συζήτηση που η ελληνική κοινωνία και η Πολιτεία δεν έχουν την πολυτέλεια να κλείνουν.
Γιατί οι γιατροί είναι εκεί για να κρατούν εμάς ζωντανούς. Κάποιος πρέπει, επιτέλους, να φροντίσει και τους ίδιους.