Ένα μωρό οκτώ έως εννέα μηνών δολοφονήθηκε με περισσότερες από δέκα μαχαιριές στην πλάτη. Η σορός του διατηρήθηκε σε συνθήκες ψύξης, κλείστηκε μέσα σε δοχείο και κρύφτηκε σε μια βαλίτσα, σε διαμέρισμα της Κυψέλης. Ακόμη δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς πέθανε, ποιος το σκότωσε, ποια ήταν η μητέρα του ή πόσοι γνώριζαν τι είχε συμβεί. Γνωρίζουμε, όμως, ότι στον ίδιο χώρο ζούσαν ακόμη τρία ανήλικα παιδιά: μία έγκυος 15χρονη και δύο αγόρια 9 και 12 ετών. Κι έτσι, η έρευνα δεν αφορά πλέον μόνο τη φρικιαστική δολοφονία ενός ανυπεράσπιστου βρέφους, αλλά ένα ολόκληρο περιβάλλον μέσα στο οποίο παιδιά φαίνεται πως ζούσαν εκτεθειμένα σε καταστάσεις που κανένα παιδί δε θα έπρεπε ποτέ να βιώσει.
Λόγω της κατάστασης στην οποία διατηρήθηκε η σορός, δεν έχει ακόμη καταστεί δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια πότε δολοφονήθηκε το παιδί. Οι Αρχές αναζητούν επίσης την ταυτότητα της μητέρας του, τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε και τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή του.
Μετά τα ευρήματα του ιατροδικαστή, η ΕΛ.ΑΣ. σχηματίζει δικογραφία για ανθρωποκτονία, ενώ η έρευνα επικεντρώνεται στα πρόσωπα που βρίσκονταν στο διαμέρισμα της Κυψέλης. Μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί τρεις ενήλικες: ένας 43χρονος Έλληνας, η 38χρονη σύντροφός του και ένας 26χρονος άνδρας αφγανικής καταγωγής. Οι αρχικές κατηγορίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, διακίνηση ναρκωτικών και μη ανακοίνωση ανεύρεσης νεκρού. Πλέον οι Αρχές επιχειρούν να εξακριβώσουν ποιος προκάλεσε τα τραύματα στο μωρό, εάν γνώριζαν και άλλα πρόσωπα τι είχε συμβεί και πού ακριβώς διαπράχθηκε το έγκλημα.
Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, δήλωσε ότι κανείς από τους συλληφθέντες δεν έχει εξηγήσει την κατάσταση στην οποία βρέθηκε το βρέφος. Η οικογένεια υποστηρίζει ότι το παιδί είχε γεννηθεί σε μαιευτήριο, χωρίς ωστόσο να έχει δώσει περισσότερα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτή την εκδοχή.
Οι εξετάσεις DNA αναμένεται να συμβάλουν στην ταυτοποίηση του βρέφους και στην αποσαφήνιση των συγγενικών σχέσεων μεταξύ των προσώπων που ερευνώνται.
«Μας έδωσαν ένα μωρό που ήταν σατανιασμένο»
Αποστροφή προκαλούν οι ισχυρισμοί που φέρεται να διατύπωσε ο 43χρονος κατά την εξέτασή του από τους αστυνομικούς. Επιχειρώντας να εξηγήσει τι είχε συμβεί, υποστήριξε ότι το μωρό έκλαιγε διαρκώς και ότι η σύντροφός του βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι στο μαιευτήριο τούς είχαν αλλάξει το παιδί και τους είχαν δώσει άλλο βρέφος, το οποίο χαρακτήρισε «σατανιασμένο».
«Έκλαιγε συνέχεια το μωρό και ήταν πεσμένη η γυναίκα μου. Μας το άλλαξαν στο μαιευτήριο και μας έδωσαν άλλο που ήταν σατανιασμένο, και μόλις πέθανε ηρέμησε το σπίτι μας», φέρεται να είπε.
Οι ισχυρισμοί του δεν έχουν επιβεβαιωθεί και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα ιατροδικαστικά ευρήματα. Κυρίως, όμως, δεν αποτελούν εξήγηση. Η περιγραφή ενός βρέφους ως «σατανιασμένου» επειδή έκλαιγε δεν είναι παρά η απόλυτη αποανθρωποποίηση ενός παιδιού που δεν μπορούσε να μιλήσει, να φύγει ή να ζητήσει βοήθεια.
Τα μωρά κλαίνε. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος που διαθέτουν για να εκφράσουν την πείνα, τον πόνο, τον φόβο ή την ανάγκη τους για φροντίδα. Κανένα κλάμα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη βία. Και καμία επίκληση σε «δαιμονισμένα» ή «σατανιασμένα» παιδιά δεν πρέπει να επιτρέψει να χαθεί η πραγματική εικόνα: ένα ανυπεράσπιστο βρέφος δέχθηκε επανειλημμένα χτυπήματα με μαχαίρι.
Στο ίδιο διαμέρισμα βρίσκονταν ένα 15χρονο κορίτσι, το οποίο είναι έγκυο, και δύο αγόρια ηλικίας 9 και 12 ετών. Τα παιδιά έχουν απομακρυνθεί από το περιβάλλον του σπιτιού και βρίσκονται υπό την εποπτεία των αρμόδιων Αρχών.
Η εξέτασή τους θα πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία που προβλέπεται από το «Σπίτι του Παιδιού» και με την παρουσία ειδικών παιδοψυχολόγων, ώστε να προστατευθούν και να μη βιώσουν εκ νέου τραυματισμό κατά τη λήψη των καταθέσεών τους. Οι μαρτυρίες τους θεωρούνται κρίσιμες τόσο για τη δολοφονία του βρέφους όσο και για όσα μπορεί να συνέβαιναν μέσα στο σπίτι.
Σύμφωνα με νοσοκομειακές πηγές, η 15χρονη και το 9χρονο αγόρι έχουν διαγνωστεί με σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, ενώ διερευνάται πώς μολύνθηκαν. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εγκυμοσύνη της ανήλικης, δημιουργεί εξαιρετικά σοβαρά ερωτήματα, χωρίς από μόνο του να αποδεικνύει ποιος ευθύνεται ή με ποιον τρόπο συνέβη.
Στο διαμέρισμα εντοπίστηκαν επίσης σ#ξουαλικά αντικείμενα και ψηφιακά πειστήρια, τα οποία εξετάζονται από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Οι Αρχές διερευνούν εάν έχουν διαπραχθεί αδικήματα σε βάρος των ανηλίκων. Η ΕΛ.ΑΣ. χαρακτηρίζει την υπόθεση ιδιαίτερα περίπλοκη και πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα.
Οι Αρχές εξετάζουν εάν η οικογένεια είχε απασχολήσει κοινωνικές υπηρεσίες ή εισαγγελικές Αρχές και τι ακριβώς είχε συμβεί μετά τον προηγούμενο εντοπισμό των παιδιών. Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες, είχε υπάρξει εισαγγελική παρέμβαση για την προστασία τους, χωρίς ακόμη να έχει παρουσιαστεί πλήρης και επίσημη εικόνα για όλες τις ενέργειες που ακολούθησαν.
Ποιος θα μιλήσει για τα παιδιά που δεν μπορούσαν;
Το πρώτο και αυτονόητο ερώτημα είναι ποιος δολοφόνησε το βρέφος. Ποιος σήκωσε το μαχαίρι απέναντι σε ένα παιδί λίγων μηνών και ποιοι γνώριζαν τι είχε συμβεί όσο η σορός του παρέμενε κρυμμένη.
Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο ερώτημα: πώς έφτασαν όλα αυτά τα παιδιά να ζουν σε τέτοιες συνθήκες και πόσοι ενήλικες, υπηρεσίες ή θεσμοί είχαν περάσει προηγουμένως από τη ζωή τους χωρίς να καταφέρουν να τα κρατήσουν ασφαλή;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η σύλληψη του ανθρώπου που θα αποδειχθεί ότι δολοφόνησε το μωρό. Χρειάζεται να διερευνηθεί ολόκληρο το περιβάλλον, όλες οι πιθανές ευθύνες και κάθε προηγούμενη επαφή της οικογένειας με τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Γιατί σε αυτό το διαμέρισμα δεν βρέθηκε μόνο ένα νεκρό βρέφος. Βρέθηκαν και τρία παιδιά που εξακολουθούν να ζουν και χρειάζονται προστασία, φροντίδα και μια πραγματική ευκαιρία να σωθούν. Αυτή τη φορά, όχι στα χαρτιά.