Τετάρτη βράδυ, ένα τραπέζι που το προγραμματίσαμε τρεις φορές για να γίνει, και ένα κινητό που ανάβει στη μέση της κουβέντας. Δεν το άνοιξα καν. Το γύρισα ανάποδα και είπα «σε ακούω». Δε με πίστεψε — και είχε δίκιο, γιατί από εκείνη τη στιγμή δεν ήμουν πια εκεί.
Στο πρώτο επεισόδιο ξεκινάμε από το πιο βασικό ερώτημα της εκπομπής: γιατί η δουλειά μπαίνει στις σχέσεις μας. Το συζητάμε πάντα σε ώρες — «λείπω πολύ», «γυρνάω στις εννιά» — και γι’ αυτό ψάχνουμε λύσεις σε ώρες: όρια, ημερολόγια, κλείσε το λάπτοπ. Μόνο που ξέρουμε όλοι ανθρώπους που γυρίζουν στις έξι και πάλι δεν είναι εκεί.
Η δουλειά δεν μπαίνει στη σχέση σαν ωράριο. Μπαίνει σαν διάθεση. Και το «είμαι πτώμα» δεν είναι πληροφορία — είναι αίτημα: μη μου ζητήσεις τίποτα απόψε. Δίκαιο αίτημα, που όμως το λέμε κάθε βράδυ.
Μιλάω για το άδικο μοίρασμα που κανείς μας δε συμφώνησε ποτέ φωναχτά: ότι η δουλειά παίρνει την εκδοχή μας που λειτουργεί και η σχέση παίρνει αυτήν που έχει τελειώσει. Και προχωράω σε κάτι πιο άβολο — ότι συχνά δε φταίει ο φόρτος, αλλά το ότι η δουλειά μάς δίνει επιβεβαίωση με απόδειξη, ενώ η σχέση δε βγάζει ποτέ report. Πάμε εκεί που παίρνουμε σκορ.
Δεν έχω σύστημα να προτείνω. Έχω μια διάκριση —ανάγκη ή συνήθεια— και μια ερώτηση για το τέλος: πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος σας είχε ολόκληρους για μία ώρα;
