Άνδρας στη Θεσσαλονίκη ξυλοκόπησε τη σύντροφό του μέσα στο σπίτι τους, επειδή εκείνη του ζήτησε εξηγήσεις για χρήματα που είχε πάρει χωρίς την άδειά της. Κι όταν βρέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, δεν περιορίστηκε στο να υποβαθμίσει τη βία που της άσκησε. Εμφανίστηκε «αγανακτισμένος», υποστήριξε ότι ο ίδιος «ζει ένα μαρτύριο» και έφτασε να παραπονεθεί επειδή, όπως είπε, η γυναίκα «δε σταματάει να μιλάει».
Το περιστατικό σημειώθηκε το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, όταν το ζευγάρι επέστρεψε στο διαμέρισμά του στη Θεσσαλονίκη. Η 45χρονη διαπίστωσε ότι έλειπαν χρήματα τα οποία είχε αφήσει στην άκρη για προσωπικές της ανάγκες. Όταν ρώτησε τον σύντροφό της, εκείνος παραδέχθηκε ότι τα είχε πάρει, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει την άδειά της.
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η γυναίκα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, η συζήτηση εξελίχθηκε γρήγορα σε έντονο καβγά. Η ίδια του εξηγούσε ότι καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών του σπιτιού, από τα ψώνια του σούπερ μάρκετ μέχρι τα υπόλοιπα καθημερινά έξοδα. Εκείνος, όπως ανέφερε, της απαντούσε ότι «θα κάνει ό,τι γουστάρει».
Όταν η 45χρονη ύψωσε τη φωνή της, ο άνδρας κινήθηκε προς το μέρος της και άρχισε να τη χτυπά. Η γυναίκα κατέθεσε ότι δέχθηκε χτυπήματα με τα χέρια στο κεφάλι και στον σβέρκο, κλωτσιά στο γόνατο και χτυπήματα στα χέρια, τα οποία της προκάλεσαν μελανιές. Σε κάποια στιγμή της επίθεσης την έριξε από την καρέκλα, ενώ όταν επιχείρησε να πάει στην κρεβατοκάμαρα για να πάρει το κινητό της, τη χτύπησε στον ώμο ώστε να της πέσει.
Η 45χρονη δήλωσε ότι ήταν η πρώτη φορά, στα χρόνια που διατηρούν σχέση, που ο σύντροφός της έγινε βίαιος απέναντί της. Μετά το περιστατικό, ωστόσο, ανέφερε πως φοβάται για τη ζωή της και επιθυμεί να φύγει από το σπίτι στο οποίο ζούσαν μαζί.
«Πάντα οι γυναίκες είναι οι καλές και οι άνδρες οι κακοί»
Κατά την απολογία του, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θύμα της σχέσης. Ξεκίνησε λέγοντας ότι «ζει ένα μαρτύριο» και ισχυρίστηκε πως η γυναίκα τον κρατούσε με το ζόρι στη σχέση, καθώς δεν τον άφηνε να φύγει από το διαμέρισμα κάθε φορά που μάζευε τα πράγματά του.
Παραδέχθηκε ότι την έσπρωξε, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν τη χτύπησε «δυνατά». Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις φωνές και στις αντιδράσεις της γυναίκας, λέγοντας πως εκείνη τον έβριζε και πως «μιλάει συνέχεια, από το πρωί μέχρι το βράδυ».
Σαν να μπορεί η πολλή ομιλία, η γκρίνια ή ακόμη και ένας έντονος καβγάς να αποτελέσουν ελαφρυντικό για γροθιές, κλωτσιές και μελανιές.
Ολοκληρώνοντας την απολογία του, ο άνδρας σχολίασε ότι «πάντα οι γυναίκες είναι οι καλές και οι άνδρες οι κακοί», ενώ εμφανίστηκε απορημένος όταν ενημερώθηκε ότι θα καταδικαστεί για τον ξυλοδαρμό της συντρόφου του.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους, με τριετή αναστολή. Παράλληλα, διέταξε τη μετοίκησή του από την κοινή τους κατοικία.
Το πραγματικά σοκαριστικό στην υπόθεση δεν είναι μόνο η επίθεση. Είναι και η πεποίθηση ότι η βία μπορεί να μικρύνει αν βαφτιστεί «σπρώξιμο», να δικαιολογηθεί ως απάντηση στη «γκρίνια» και τελικά να παρουσιαστεί ως μία ακόμη ιστορία όπου ο άνδρας αδικείται. Μόνο που το να φοβάται μια γυναίκα για τη ζωή της δεν είναι «γκρίνια». Και το να τη χτυπά ο σύντροφός της δεν είναι καβγάς. Είναι ενδοοικογενειακή βία.