Την ημέρα της κηδείας του Γιώργου Μαζωνάκη, την ώρα που χιλιάδες άνθρωποι αποχαιρετούσαν έναν καλλιτέχνη με τα τραγούδια του οποίου μεγάλωσαν, ερωτεύτηκαν και ξενύχτησαν, η Αφροδίτη Μάνου επέλεξε να κάνει μια ανάρτηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

«Δεν έχω τίποτα με τον άνθρωπο, ούτε που τον ήξερα –κι αυτόν και τη δουλειά του– αλλά το “λαϊκό προσκύνημα” στον νεκρό Μαζωνάκη είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών που αλλιώς τα φανταστήκαμε. Καληνύχτα σας», έγραψε η ερμηνεύτρια.

Και πραγματικά, τι ακριβώς προσέφερε αυτή η δήλωση;

Το να μην ήξερες προσωπικά τον Γιώργο Μαζωνάκη είναι απολύτως φυσιολογικό. Το να μη γνώριζες ούτε τη δουλειά του, ύστερα από περισσότερα από 30 χρόνια παρουσίας του στην ελληνική μουσική, είναι τουλάχιστον παράξενο για έναν άνθρωπο που υπηρετεί τον ίδιο χώρο. Αλλά ακόμη κι αν πράγματι δεν είχες ακούσει ποτέ ούτε ένα τραγούδι του, ποια ακριβώς αξία έχει να το ανακοινώσεις την ημέρα της κηδείας του;

Τι κερδίζεις υπογραμμίζοντας δημόσια ότι δε γνώριζες ούτε τον ίδιο ούτε το έργο του, την ώρα που η οικογένεια, οι φίλοι, οι συνεργάτες και το κοινό του τον αποχαιρετούν; Ποιο επιχείρημα ενισχύεται και ποια μεγάλη καλλιτεχνική συζήτηση ανοίγει με αυτή τη διευκρίνιση;

Και μετά έρχεται η φράση για «το τελευταίο καρφί στο φέρετρο». Μια μεταφορά που θα ήταν άκομψη σε οποιαδήποτε περίπτωση, αλλά γίνεται σχεδόν προσβλητική όταν χρησιμοποιείται για έναν άνθρωπο που μόλις έχει ταφεί. Οι λέξεις έχουν βάρος. Και οι καλλιτέχνες, ίσως περισσότερο από όλους, θα έπρεπε να γνωρίζουν πόσο βαθιά μπορούν να φτάσουν.

Το λαϊκό προσκύνημα στον Γιώργο Μαζωνάκη δεν ήταν αξιολόγηση της ελληνικής μουσικής ούτε διαγωνισμός καλλιτεχνικής ποιότητας. Δεν ήταν η «ήττα» μιας γενιάς άλλων καλλιτεχνών. Ήταν το αυθόρμητο αντίο ανθρώπων που ένιωθαν ότι έχασαν κάποιον ο οποίος, μέσα από τη φωνή και τα τραγούδια του, είχε υπάρξει μέρος της ζωής τους. Αυτό είναι κάτι που δεν αποφασίζεται από επιτροπές, δεν επιβάλλεται επικοινωνιακά και δεν ακυρώνεται επειδή κάποιος άλλος «τα είχε φανταστεί αλλιώς». Η σχέση ενός καλλιτέχνη με το κοινό του χτίζεται σε βάθος χρόνου και αποκαλύπτεται με τον πιο καθαρό τρόπο όταν εκείνος φεύγει.

Η Αφροδίτη Μάνου έχει κάθε δικαίωμα να μη συγκινείται από τον Μαζωνάκη, να μην ακούει τη μουσική του και να διαφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αναδεικνύει ορισμένους καλλιτέχνες. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να πενθεί δημόσια ούτε να συμμετέχει σε έναν συλλογικό αποχαιρετισμό.

Υπάρχει, όμως, πάντα και η επιλογή της σιωπής. Ιδίως όταν το μόνο που έχουμε να προσθέσουμε στον θάνατο ενός ανθρώπου είναι ότι δεν τον ξέραμε, δεν γνωρίζαμε τη δουλειά του και ότι η αγάπη που του έδειξε ο κόσμος αποτελεί «καρφί» στα δικά μας όνειρα.

Και είναι διπλά κρίμα όταν αυτό έρχεται από καλλιτέχνιδα προς καλλιτέχνη. Γιατί μπορεί να υπηρέτησαν διαφορετικά είδη μουσικής, να είχαν διαφορετικό κοινό και εντελώς διαφορετική διαδρομή, όμως γνώριζαν και οι δύο τι σημαίνει να εκθέτεις τη φωνή και τον εαυτό σου μπροστά στον κόσμο.

Δεν χρειάζεται να θαυμάζεις έναν συνάδελφό σου για να σεβαστείς τον θάνατό του. Και σίγουρα δεν χρειάζεται να τον γνώριζες για να καταλάβεις ότι, την ώρα που το κοινό του τον αποχαιρετά, τα «καρφιά στο φέρετρο» μπορούν απλώς να μείνουν έξω από τη συζήτηση.