Από το «Grand Hotel» και τη «Γη της Ελιάς» μέχρι τον «Άγιο Έρωτα» και το «Porto Leone», η σεξουαλική βία εμφανίζεται ξανά και ξανά ως η πιο εύκολη λύση για να αποκτήσει μια ιστορία ένταση. Μόνο που, όταν ο βιασμός γίνεται δραματουργικό εργαλείο, παύει να ανοίγει μια συζήτηση και αρχίζει να κάνει ζημιά.
Το άρθρο περιέχει spoilers για ελληνικές σειρές της φετινής και της περσινής σεζόν.
Αν παρακολουθείς ελληνική μυθοπλασία τα τελευταία δύο χρόνια, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχεις δει μια γυναίκα να βιάζεται, να κινδυνεύει να βιαστεί ή να αποκαλύπτει πως έχει πέσει θύμα βιασμού. Και μάλλον όχι μόνο μία. Η σεξουαλική βία έχει εισβάλει τόσο έντονα στις ελληνικές σειρές, ώστε κοντεύει να μετατραπεί σε υποχρεωτικό συστατικό κάθε δραματικής πλοκής. Ένας φόνος, μια απαγωγή, μια κρυφή εγκυμοσύνη, ένας βιασμός και είμαστε έτοιμοι για το μεγάλο φινάλε της εβδομάδας.
Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι ότι η τηλεόραση μιλά για τον βιασμό. Θα ήταν παράλογο να ζητάμε από τη μυθοπλασία να αγνοεί ένα υπαρκτό, σοβαρό και βαθιά κοινωνικό ζήτημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο βιaσμός δεν αποτελεί πραγματικά το θέμα της ιστορίας, αλλά χρησιμοποιείται σαν γρήγορη ένεση δράματος.
Νισάφι με την σκηνή του βιασμού. Φτάνει. #poukamisa
— Dina (@Dina8183) September 20, 2026
Όταν συμβαίνει για να σοκάρει, για να ανεβάσει τα νούμερα, για να μετατρέψει έναν κακό σε ακόμη πιο κακό ή για να δώσει στον άνδρα πρωταγωνιστή έναν λόγο να εκδικηθεί.
Στον «Άγιο Έρωτα», η Σοφία, ένας χαρακτήρας που έχει ήδη υποστεί αλλεπάλληλη κακοποίηση και χειραγώγηση, οδηγείται σε ψυχιατρική κλινική. Εκεί, ενώ βρίσκεται υπό βαριά φαρμακευτική αγωγή, βιάζεται από τον ίδιο τον γιατρό της. Άλλος ένας «χειρότερος εφιάλτης» προστίθεται στη ζωή μιας ηρωίδας που το σενάριο έχει ήδη φορτώσει με σχεδόν κάθε πιθανό τραύμα.

Στο «Porto Leone», η Γαλήνη οδηγείται σε μια αποθήκη και βιάζεται από τον Φαναριώτη, έπειτα από οργανωμένο σχέδιο εκδίκησης. Ο βιασμός παρουσιάζεται σχεδόν ως παραγγελία: μια γυναίκα θέλει να τιμωρήσει μια άλλη γυναίκα και χρησιμοποιεί το σώμα της ως πεδίο πάνω στο οποίο θα γραφτεί η εκδίκηση.

Στο «Να μ’ αγαπάς», ο βιασμός της Ζωής από τον Μιχάλη αποτελεί ένα παλιό μυστικό που επιστρέφει για να ανατρέψει τις ζωές των ηρώων. Μέχρι να εμφανιστεί μια φίλη της με την παλιά καταγγελία, η Ζωή πρέπει να αντιμετωπίσει την αμφισβήτηση και τα ψέματα του βιαστή της. Η κάθαρση έρχεται μόνο όταν παρουσιάζεται ένα αποδεικτικό στοιχείο που αναγκάζει τους γύρω της να την πιστέψουν.

Και στους «Αθώους» ο βιασμός της Αρετής βρίσκεται στον πυρήνα της ιστορίας. Από αυτόν γεννιέται ο Γιάννος και η γυναίκα αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον τόπο της, κουβαλώντας όχι μόνο το τραύμα αλλά και τη ρετσινιά της εποχής. Εδώ, βέβαια, μιλάμε για μια λογοτεχνική ιστορία τοποθετημένη στο 1886, όπου η σεξουαλική βία συνδέεται με την κοινωνική θέση της γυναίκας και τις συνέπειες που καθορίζουν ολόκληρη τη ζωή της. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν να είναι.

Η συσσώρευση, όμως, είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη.
Και πέρσι βλέπαμε ακριβώς το ίδιο. Στο «Grand Hotel» η Πελαγία βιάστηκε από έναν άνδρα που την άρπαξε μέσα στη νύχτα. Στη συνέχεια πάλεψε με τις ενοχές και την ντροπή της, επιλέγοντας να κρατήσει κρυφό αυτό που της συνέβη. Λίγο αργότερα, στην ίδια σειρά, ο Ρήγας βίασε τη σύζυγό του, την Αλίκη, όταν εκείνη τού ανακοίνωσε ότι θέλει να τον εγκαταλείψει. Και πριν καλά καλά προλάβει η ίδια να σταθεί μετά την επίθεση, το επίκεντρο πέρασε στον Πέτρο, ο οποίος έτρεξε να πάρει εκδίκηση. Ο βιασμός της γυναίκας έγινε το καύσιμο για την οργή και τη δράση ενός άνδρα.

Στο φινάλε του τέταρτου κύκλου της «Γης της Ελιάς», η Άννα απήχθη και έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού, την ίδια στιγμή που ο Αποστόλης δολοφονήθηκε. Η ηρωίδα είχε ήδη χάσει τα δίδυμα παιδιά της σε τροχαίο. Το σενάριο δεν αρκέστηκε σε μία τραγωδία, αλλά συνέχισε να προσθέτει τη μία πάνω στην άλλη, μέχρι το δράμα να μετατραπεί σε έναν διαγωνισμό για το πόσο ακόμη μπορεί να υποφέρει ένας γυναικείος χαρακτήρας.

Κάπως έτσι, από σειρά σε σειρά, ο βιασμός αρχίζει να μοιάζει όχι με συνειδητή θεματική επιλογή, αλλά με την πιο εύκολη απάντηση στην ερώτηση: «Τι πιο τραγικό μπορούμε να βάλουμε να συμβεί τώρα;».
Το να δείξεις έναν βιασμό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι «θίγεις το ζήτημα»
Υπάρχει μια βολική άμυνα κάθε φορά που ασκείται κριτική σε τέτοιες ιστορίες: «Μα η σειρά θέλει να ευαισθητοποιήσει το κοινό».
Η πρόθεση, όμως, δεν αρκεί.
Για να μιλήσεις ουσιαστικά για τη σεξουαλική βία, δεν αρκεί να δείξεις μια γυναίκα να ουρλιάζει, να καταρρέει και δύο επεισόδια αργότερα να συνεχίσεις στην επόμενη ανατροπή. Χρειάζεται να ενδιαφερθείς για τη δική της εμπειρία. Για το τραύμα, τον θυμό, την απομόνωση, τις σχέσεις της, την προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο της ζωής και του σώματός της.
Όταν η κάμερα μένει περισσότερο στη σκηνή της επίθεσης παρά στις συνέπειές της, η βία γίνεται θέαμα. Όταν το θύμα εξαφανίζεται συναισθηματικά από την ιστορία και τη θέση του παίρνει ένας άνδρας που φωνάζει «θα τον σκοτώσω», η ιστορία δεν αφορά πλέον τη γυναίκα που βιάστηκε. Αφορά τον πληγωμένο ανδρικό εγωισμό, την εκδίκηση και την επόμενη μεγάλη σύγκρουση.
Και όταν οι βιασμοί επαναλαμβάνονται από σειρά σε σειρά, ο θεατής κινδυνεύει να συνηθίσει ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να τον ταρακουνήσει. Η σεξουαλική βία μετατρέπεται σε ακόμη ένα γνώριμο τηλεοπτικό συμβάν, δίπλα στους φόνους, τις απαγωγές και τα τεστ DNA.
Έρευνα για την πρόσληψη τέτοιου περιεχομένου έχει δείξει ότι η σεξουαλική βία παραμένει μία από τις κατηγορίες που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία στο κοινό, ενώ η έγκαιρη και σαφής ενημέρωση για το περιεχόμενο μπορεί να περιορίσει τον αρνητικό αντίκτυπο στους θεατές. Η μυθοπλασία δε λειτουργεί σε κοινωνικό κενό. Επηρεάζει το πώς φανταζόμαστε ένα θύμα, έναν βιαστή, μια «αληθινή» καταγγελία και μια «πειστική» αντίδραση μετά την κακοποίηση.
Αν μια γυναίκα γίνεται πιστευτή μόνο όταν βρεθεί μάρτυρας, βίντεο ή έγγραφο, ενισχύεται η αντίληψη ότι η δική της μαρτυρία δεν είναι αρκετή. Αν ο βιαστής παρουσιάζεται πάντοτε σαν εμφανές τέρας που επιτίθεται σε μια σκοτεινή αποθήκη, μένουν εκτός κάδρου οι πολύ συχνότερες περιπτώσεις στις οποίες ο δράστης είναι σύντροφος, σύζυγος, φίλος, συγγενής ή άνθρωπος εξουσίας.
Αν η γυναίκα μετά τον βιασμό υπάρχει μόνο για να κλαίει ή για να γίνει «πιο δυνατή», το τραύμα της μετατρέπεται σε υποχρεωτικό μάθημα ζωής. Δεν χρειάζεται μια γυναίκα να βιαστεί για να αποκτήσει βάθος, δύναμη ή ενδιαφέρον ως χαρακτήρας. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να γράψεις μια σύνθετη ηρωίδα. Απλώς απαιτούν περισσότερη φαντασία.
Η επανάληψη τέτοιων μοτίβων μπορεί να συντηρεί μύθους γύρω από τη σεξουαλική βία και να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το κοινό αποδίδει ευθύνη στο θύμα ή στον δράστη.
Δεν ζητάμε να μη μιλούν οι σειρές για τον βιασμό. Ζητάμε να μη χρησιμοποιείται ο βιασμός σαν αφηγηματικό πυροτέχνημα. Να μην είναι ο εύκολος τρόπος για να αποδειχθεί ότι ένας άνδρας είναι κακός. Να μην αποτελεί τιμωρία για μια γυναίκα που τόλμησε να φύγει, να ερωτευτεί ή να εναντιωθεί σε κάποιον. Να μη χρειάζεται πάντα ένας άλλος άνδρας να τη σώσει ή να εκδικηθεί για λογαριασμό της. Και κυρίως, να μην τελειώνει η ιστορία της μόλις τελειώσει η σκηνή που χάρισε στη σειρά το δραματικό της αποκορύφωμα.
Η υπεύθυνη απεικόνιση μπορεί πράγματι να ανοίξει συζητήσεις για τη συναίνεση, την κακοποίηση μέσα στον γάμο, την ενοχοποίηση των θυμάτων και τη δυσκολία της καταγγελίας. Για να συμβεί αυτό, όμως, η ιστορία πρέπει να δίνει στο θύμα φωνή, χρόνο και αυτενέργεια. Να δείχνει τις συνέπειες χωρίς να τις εκμεταλλεύεται. Να συμβουλεύεται ειδικούς και επιζώσες. Να προειδοποιεί με σαφήνεια το κοινό και να παραπέμπει σε πραγματικές δομές στήριξης.
Γιατί ο βιασμός δεν είναι ένας εύκολος τρόπος να γεμίσεις δέκα λεπτά τηλεοπτικού χρόνου. Και οι γυναίκες δεν είναι σώματα πάνω στα οποία οι σεναριογράφοι μπορούν να γράφουν ξανά και ξανά την επόμενη «συγκλονιστική ανατροπή».