Πονάς, εξαντλείσαι, νιώθεις ότι κάτι έχει αλλάξει στο σώμα σου. Κλείνεις ραντεβού, προσπαθείς να περιγράψεις τα συμπτώματα και περιμένεις μια εξήγηση. Αντί γι’ αυτή, μπορεί να ακούσεις ότι αγχώνεσαι πολύ. Και φεύγεις με την αρχική σου αγωνία, συν μία ακόμη: μήπως τελικά υπερβάλλεις;
Μια νέα διεθνής μελέτη των Πανεπιστημίων του Κέιμπριτζ και της Ανατολικής Αγγλίας, που δημοσιεύθηκε στο eClinicalMedicine, εξέτασε τις εμπειρίες 6.607 ανθρώπων με αυτοάνοσα νοσήματα. Οι γυναίκες ανέφεραν συχνότερα ότι τα συμπτώματά τους είχαν αποδοθεί λανθασμένα σε ψυχιατρικά ή ψυχοσωματικά αίτια πριν από τη διάγνωση.
Το στοιχείο που συνοψίζεται ως «έως 74% περισσότερες πιθανότητες λανθασμένης διάγνωσης» χρειάζεται ακρίβεια: αφορά συγκεκριμένα την αυξημένη αναφορά λανθασμένης ψυχοσωματικής διάγνωσης στις γυναίκες έναντι των ανδρών, στην προσαρμοσμένη στατιστική ανάλυση. Δε σημαίνει ότι το 74% των γυναικών διαγιγνώσκεται λάθος. Στο δείγμα, τέτοια εμπειρία ανέφερε το 34% των γυναικών, έναντι του 22% των ανδρών.
Η διαφορά φαίνεται και στην αναμονή. Το συχνότερα αναφερόμενο διάστημα μέχρι τη διάγνωση ήταν ένα έως δύο χρόνια για τις γυναίκες, ενώ για τους άνδρες ήταν κάτω από τρεις μήνες. Πρόκειται για τις συχνότερες απαντήσεις, όχι για μέσους χρόνους. Η έρευνα βασίστηκε στις αφηγήσεις των ασθενών για τη διαδρομή τους μέχρι τη διάγνωση.
Πίσω από αυτούς τους χρόνους μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη καθημερινότητα σε αναμονή. Δουλειές που πρέπει να βγουν, σχέδια που ακυρώνονται, άνθρωποι που περιμένουν να είσαι όπως πριν. Και εσύ να προσπαθείς να εξηγήσεις κάτι για το οποίο ακόμη δεν έχεις όνομα. Η απουσία διάγνωσης αφήνει χώρο και για τις εύκολες ερμηνείες των γύρω σου: «κουράζεσαι γιατί δεν κοιμάσαι καλά», «το σκέφτεσαι συνέχεια», «προσπάθησε να χαλαρώσεις».
Η δυσκολία είναι ότι αυτή η αμφισβήτηση μπορεί να περάσει και μέσα σου. Αν η απάντηση που λαμβάνεις επανειλημμένα είναι πως το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο που διαχειρίζεσαι τα συναισθήματά σου, μπορεί να αρχίσεις να διορθώνεις την περιγραφή σου αντί να επιμένεις στο σύμπτωμα. Να λες «δεν είναι και τόσο έντονο», για να μη φανείς υπερβολική. Να απολογείσαι που ξαναπήγες.
Αυτό το κόστος έχει καταγραφεί και σε προηγούμενη μελέτη, δημοσιευμένη το 2025 στο Rheumatology. Μεταξύ ασθενών που ανέφεραν λανθασμένες ψυχιατρικές ή ψυχοσωματικές διαγνώσεις, πάνω από το 80% δήλωσε ότι είχε πληγεί η αίσθηση της προσωπικής του αξίας και το 72% ότι η εμπειρία εξακολουθούσε να το αναστατώνει. Οι ερευνητές βρήκαν επίσης συσχέτιση με απόκρυψη συμπτωμάτων και αποφυγή αναζήτησης φροντίδας, συχνά λόγω φόβου ότι οι ασθενείς θα αμφισβητούνταν ξανά.
Έτσι, μια λανθασμένη εξήγηση μπορεί να συνεχίσει να επηρεάζει έναν άνθρωπο ακόμη και αφού διορθωθεί. Το επόμενο ραντεβού κουβαλά την προηγούμενη εμπειρία. Η εμπιστοσύνη χρειάζεται να ξαναχτιστεί, μαζί με τη βεβαιότητα ότι έχεις δικαίωμα να περιγράφεις αυτό που αισθάνεσαι χωρίς να δίνεις εξετάσεις αξιοπιστίας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτοάνοσες και ψυχιατρικές παθήσεις μπορούν να συνυπάρχουν. Η ψυχική υγεία χρειάζεται εξίσου σοβαρή φροντίδα. Το ζητούμενο είναι να αποφεύγονται οι πρόωρες εξηγήσεις και να επανεξετάζονται συμπτώματα που επιμένουν ή αλλάζουν.
Το «δεν ξέρουμε ακόμη» αφήνει ανοιχτή τη διερεύνηση. Το «είναι απλώς άγχος», όταν λέγεται βιαστικά, μπορεί να την κλείσει. Και αυτή η διαφορά έχει σημασία για μια γυναίκα που προσπαθεί να καταλάβει τι της συμβαίνει.
Γιατί το ιατρείο πρέπει να είναι ένας χώρος όπου μπορείς να πεις «πονάω» και να αρχίσει μια συζήτηση. Χωρίς να χρειάζεται πρώτα να αποδείξεις ότι είσαι αρκετά ψύχραιμη για να σε πάρουν στα σοβαρά.