Έχεις φτάσει στην αντλία. Πρέπει να πλησιάσεις λίγο ακόμη, αλλά πόσο λίγο; Η τάπα είναι από τη σωστή πλευρά; Το λάστιχο φτάνει; Γιατί δεν ανοίγει αυτό το πράγμα; Ο πίσω περιμένει δύο δευτερόλεπτα, εσύ νιώθεις ότι έχουν περάσει σαράντα λεπτά και κάπως έτσι μια στάση για βενζίνη έχει γίνει πρακτική εξέταση με κοινό. Συγχαρητήρια, ξεκλείδωσες ακόμη μία πίστα ενηλικίωσης.

Αν όλο αυτό σου ακούγεται υπερβολικά γνώριμο, υπάρχει πλέον και ο όρος: «refuel anxiety», δηλαδή «άγχος ανεφοδιασμού». Σε δημοσκόπηση που έγινε για λογαριασμό της εταιρείας αυτοκινήτων Cazoo σε 2.000 Βρετανούς οδηγούς και δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2025, το 62% των συμμετεχόντων ηλικίας 18 έως 24 ετών δήλωσε ότι αγχώνεται με τον ανεφοδιασμό. Στο σύνολο των ερωτηθέντων, το ποσοστό ήταν 39%. Κοινώς, το βενζινάδικο προκαλεί δεύτερες σκέψεις και σε κόσμο που έχει προλάβει να ζήσει χωρίς Wi-Fi.

Η τιμή των καυσίμων βρίσκεται, αναμενόμενα, ανάμεσα στις ανησυχίες. Υπάρχει όμως και το πρακτικό κομμάτι: να σταματήσεις αρκετά κοντά στην αντλία, να επιλέξεις το σωστό καύσιμο, να χειριστείς το ακροφύσιο και να ολοκληρώσεις τη διαδικασία ενώ περιμένουν κι άλλοι. Στο πλαίσιο αυτοεξυπηρέτησης που περιγράφουν τα βρετανικά δημοσιεύματα, ο οδηγός αναλαμβάνει ο ίδιος τη δουλειά. Οπότε, πριν αρχίσει το ελληνικό «σιγά, ένα “βάλε είκοσι” θα πεις», ας συνεννοηθούμε ότι μιλάμε για διαφορετική εμπειρία.

Κι εδώ βρίσκεται το πιο αναγνωρίσιμο σημείο: ο φόβος ότι θα κάνεις κάτι λάθος μπροστά σε άλλους. Ο Harry Waring, εκπρόσωπος της Cazoo για θέματα αυτοκινήτου, συνέδεσε τα ευρήματα με την αυτοπεποίθηση, την κοινωνική πίεση και την αμηχανία του δημόσιου λάθους. Η ίδια δημοσκόπηση κατέγραψε ότι οι μισοί από όσους ένιωθαν άγχος ανεφοδιασμού είχαν αφήσει το ρεζερβουάρ τους να πέσει σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα για να αναβάλουν την επίσκεψη. Σχεδόν ένας στους τέσσερις, το 24%, ανέφερε ότι είχε ξεμείνει εντελώς από καύσιμα εξαιτίας αυτής της διστακτικότητας.

Εκεί το «θα πάω αύριο» αποκτά μια κάπως ακριβή ειρωνεία: προσπαθείς να αποφύγεις μια αμήχανη στιγμή δίπλα στην αντλία και καταλήγεις σταματημένος στον δρόμο, να εξηγείς γιατί δεν έβαλες βενζίνη. Το λαμπάκι, δυστυχώς, δεν ενδιαφέρεται αν σήμερα έχεις διάθεση για κοινωνική έκθεση.

Πριν, πάντως, βγει η ετυμηγορία «αυτή η γενιά δεν μπορεί ούτε να βάλει καύσιμα», χρειάζεται λίγη ψυχραιμία. Μιλάμε για δημοσκόπηση που παρήγγειλε εταιρεία αυτοκινήτων, σε συγκεκριμένη χώρα και δείγμα. Το 62% αφορά τους ερωτηθέντες 18–24 ετών, όχι όλους τους νέους του πλανήτη. Το αυστραλιανό Media Watch του ABC είχε μάλιστα επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία αναπαράχθηκε τηλεοπτικά σαν αποκάλυψη μιας μεγάλης νέας «επιδημίας».

Η πιο ενδιαφέρουσα κουβέντα αρχίζει αν αφήσουμε για λίγο τις γενεακές κόντρες. Πόσο χώρο δίνουμε σε έναν άπειρο άνθρωπο να αργήσει, να ρωτήσει, να χρειαστεί δεύτερη προσπάθεια; Όποιος έχει ιδρώσει επειδή κόλλησε το μηχάνημα στο ταμείο ενώ μεγάλωνε η ουρά μπορεί τουλάχιστον να αναγνωρίσει την αμηχανία. Δε χρειάζεται να φοβάσαι προσωπικά την αντλία για να καταλαβαίνεις το «ωραία, τώρα νομίζω ότι με κοιτάνε όλοι».

Το να μάθεις μια καθημερινή διαδικασία περιλαμβάνει και μερικές άχαρες πρώτες φορές. Θα σταματήσεις λίγο πιο μακριά, θα ψάξεις πώς ανοίγει η τάπα, θα ζητήσεις να σου δείξουν. Και κάποιος πίσω σου μπορεί να δυσανασχετήσει. Θα επιβιώσει κι αυτός από τη δοκιμασία.

Μέχρι τότε, βέβαια, καλό είναι να υπάρχει βενζίνη. Γιατί το ρεζερβουάρ έχει την κακή συνήθεια να αδειάζει ακόμη κι όταν αποφεύγεις να το σκέφτεσαι.