Μπορεί να έχεις δώσει εκατό ευρώ για ένα άρωμα με νότες ίριδας και χαρακτήρα «ακαταμάχητα αισθησιακό», και τελικά να σε συγκινεί περισσότερο μια βρεγμένη γλάστρα. Ή εκείνη η στιγμιαία μυρωδιά στο βενζινάδικο. Ή ένα χαρτονόμισμα που μόλις βγήκε από το πορτοφόλι. Η μύτη δεν έχει διαβάσει το βιογραφικό σου. Δεν ενδιαφέρεται αν είσαι εκλεπτυσμένος άνθρωπος. Έχει τις προτιμήσεις της και, ευτυχώς, δεν καλείται να τις εξηγήσει σε πρώτο ραντεβού.

Υπάρχουν μυρωδιές που δύσκολα περιγράφονται ως «ωραίες» με την ευγενική έννοια της λέξης. Δε θυμίζουν φρεσκοπλυμένα σεντόνια ούτε λουλούδια σε ανθοπωλείο. Κι όμως, σε κάποιους προκαλούν μια σχεδόν αδιόρθωτη ευχαρίστηση. Αυτό το μικρό «ναι, μ’ αρέσει» που ξεστομίζεις προσεκτικά. Σαν να παραδέχεσαι ότι σου αρέσει κάποιος που οι φίλοι σου έχουν ήδη απορρίψει ομόφωνα.

Ας αρχίσουμε από τη βενζίνη, την πιο ακατάλληλη υποψήφια για αρωματικό χώρου. Είναι μείγμα πολλών χημικών ουσιών και η χαρακτηριστική οσμή της προκύπτει από συστατικά που εξατμίζονται. Το γιατί η μυρωδιά της αρέσει σε ορισμένους δεν έχει μία απάντηση που να χωράει τους πάντες. Μπορεί να συνδέεται με προσωπικές εμπειρίες: ένα οικογενειακό αυτοκίνητο, μια εκδρομή, τη στάση πριν από τη θάλασσα. Για κάποιον, ένα βενζινάδικο μπορεί να έχει μείνει στη μνήμη ως η τελευταία υποχρέωση πριν αρχίσουν οι διακοπές.

Αυτό δεν κάνει τη βενζίνη ασφαλή για εισπνοή. Οι ατμοί της μπορούν να βλάψουν την υγεία· δεν τους αναζητούμε ούτε παρατείνουμε την έκθεση επειδή μας αρέσει η μυρωδιά. Η ευχαρίστηση δεν είναι πιστοποιητικό καταλληλότητας. Το έχουμε καταλάβει σε αρκετές επιλογές μας, ας το θυμόμαστε και στην αντλία.

Με το βρεγμένο χώμα τα πράγματα έχουν άλλη γοητεία. Εκείνη η μυρωδιά που σηκώνεται με την πρώτη βροχή έχει πραγματική χημεία από πίσω. Η γεωσμίνη, μια ουσία που παράγεται από μικροοργανισμούς του εδάφους, συμβάλλει στον χαρακτηριστικό γήινο τόνο. Το άρωμα της βροχής περιλαμβάνει κι άλλες ουσίες, μεταξύ τους ενώσεις από φυτικά έλαια. Όταν οι σταγόνες χτυπούν πορώδες έδαφος, μπορούν να απελευθερώσουν μικροσκοπικά σωματίδια στον αέρα. Κι εμείς στεκόμαστε στο παράθυρο σαν να επέστρεψε κάποιος που δεν είχαμε παραδεχτεί ότι περιμέναμε.

Το νερό, λοιπόν, δεν ήρθε φορώντας άρωμα. Έφερε στην επιφάνεια κάτι που υπήρχε ήδη εκεί. Κάπως έτσι λειτουργεί και η εικόνα που μπορεί να ακολουθήσει: μια αυλή που ποτιζόταν απόγευμα, λάσπη στα παπούτσια, ένα καλοκαίρι που τελείωσε απότομα. Δε χρειάζεται να έχεις ζήσει όλα αυτά για να σου αρέσει το βρεγμένο χώμα. Αν όμως τα έχεις ζήσει, η μυρωδιά μπορεί να βρει πόρτα ανοιχτή.

Και μετά έχουμε τα μετρητά. Εκεί που η όσφρηση βγάζει το ποιητικό της κασκόλ και ζητάει να πληρωθεί. Τα χαρτονομίσματα του ευρώ φτιάχνονται από χαρτί καθαρών βαμβακερών ινών και τυπώνονται με ειδικά μελάνια. Αυτή η πληροφορία, βέβαια, δεν εξηγεί από μόνη της τη γοητεία τους. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν μια υλική μυρωδιά μπλέκεται με κάτι πολύ προσωπικό: όσα μπορούσες επιτέλους να κάνεις έχοντας αυτά τα χρήματα στην τσέπη.

Ένα χαρτονόμισμα μπορεί να κουβαλάει την ανάμνηση από το πρώτο μεροκάματο. Το χαρτζιλίκι που δόθηκε κρυφά στην παλάμη. Τα χρήματα για ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Αν αυτή η μυρωδιά συνδέθηκε με ελευθερία, ασφάλεια ή μια επιθυμία που επιτέλους μπορούσε να πληρωθεί, αποκτά και προσωπικό περιεχόμενο. Καμιά φορά, μέσα σ’ ένα πορτοφόλι χωράει ολόκληρο σχέδιο απόδρασης. Και καμιά φορά μόνο η απόδειξη του σούπερ μάρκετ. Ας μη γινόμαστε υπερβολικά ρομαντικοί.

Ο κοινός τόπος όλων αυτών βρίσκεται στη σχέση της όσφρησης με τη μνήμη και το συναίσθημα. Έρευνα έχει δείξει ισχυρή συνδεσιμότητα ανάμεσα σε περιοχές της όσφρησης και στον ιππόκαμπο, μια περιοχή σημαντική για τη μνήμη. Γι’ αυτό και μια οσμή μπορεί να ανασύρει έντονα μια προσωπική ανάμνηση. Δε χρειάζεται να ξέρεις πώς λέγεται η ουσία. Μπορεί να θυμάσαι πολύ καλά ποιος καθόταν δίπλα σου όταν τη μύρισες. Βέβαια, εκεί που ο ένας μυρίζει διακοπές, ο άλλος θέλει να ανοίξει παράθυρο. Οι συνειρμοί και οι προτιμήσεις μας διαφέρουν. Κι αυτό το «έχω εξάρτηση» που λέμε πάνω στον ενθουσιασμό μας δεν αρκεί για να μιλήσουμε για εθισμό. Μας αρέσει μια μυρωδιά. Δε χρειάζεται να της δώσουμε και πτυχίο ψυχολογίας για να δικαιολογήσουμε τη σχέση μας.

Στην αρωματοποιία σε ρωτούν πώς θέλεις να μυρίζεις. Σπάνια σε ρωτά κανείς τι θέλεις να ξαναμυρίσεις. Κι εκεί θα μπορούσε να ξεφύγει η κουβέντα. Να αρχίσει από ένα ακριβό μπουκάλι και να καταλήξει στο παλιό αυτοκίνητο κάποιου, σε μια αυλή που δεν υπάρχει πια, στα χρήματα που μάζευες για να φύγεις. Άλλη ερώτηση σου έκαναν. Άλλα παραδέχτηκες.

Το άρωμά μας το διαλέγουμε. Η μύτη μας, πάλι, ξέρει πού έχουμε θάψει πράγματα.

 

Συντάκτης: Virtual Unreality