Η Νάντια Γιαννακοπούλου έφτασε να δακρύσει στον αέρα, έπειτα από μια αντιπαράθεση με τον Μακάριο Λαζαρίδη που πέρασε από τις εκλογικές προβλέψεις στις προσωπικές αιχμές και στις προαναγγελίες δικαστικών κινήσεων. Κι ανάμεσα σε όσα ειπώθηκαν, υπάρχει κάτι που αξίζει να μας απασχολήσει περισσότερο από το ποιος φώναξε πιο δυνατά: η αντίδραση απέναντι σε έναν άνθρωπο που έχει φτάσει στα όριά του.
Ο καβγάς ανάμεσα στον βουλευτή της ΝΔ και τη βουλευτή του ΠΑΣΟΚ εξελίχθηκε σε δύο γύρους. Ο πρώτος ξεκίνησε όταν ο Μακάριος Λαζαρίδης προέβλεψε ότι το ΠΑΣΟΚ θα αναζητά αρχηγό το βράδυ των εκλογών και ότι η ίδια θα πρωταγωνιστήσει στην αμφισβήτηση του Νίκου Ανδρουλάκη. Η Γιαννακοπούλου αντέδρασε έντονα, ζητώντας του να ανακαλέσει και καταγγέλλοντας προσωπική στοχοποίηση. Εκείνος υπερασπίστηκε τη δήλωσή του ως πολιτική εκτίμηση και αρνήθηκε ότι υπήρξε προσβλητικός.
Μπορείς ασφαλώς να κάνεις εκτιμήσεις για την πορεία ενός κόμματος, να αμφισβητείς τη στρατηγική του, να κρίνεις τον αρχηγό του. Όταν όμως απευθύνεσαι σε μια συγκεκριμένη βουλευτή και της ανακοινώνεις ποια θα είναι η προσωπική της στάση σε ένα μελλοντικό εκλογικό αποτέλεσμα, της αποδίδεις προθέσεις για τις οποίες καλείται ξαφνικά να απολογηθεί. Και κάπως έτσι η συζήτηση αποκτά πολύ βολικά νέο θέμα.
Ο δεύτερος γύρος ήρθε με αφορμή τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η Γιαννακοπούλου έθεσε ζήτημα κυβερνητικών ευθυνών και ο Λαζαρίδης απάντησε αναφερόμενος σε προφυλακισμένο πρόσωπο, το οποίο παρουσίασε ως κουμπάρο του Ανδρουλάκη. Στη συνέχεια υποστήριξε ότι η βουλευτής τον είχε προσεγγίσει για να μάθει αν θα ακολουθούσαν κι άλλες αποκαλύψεις στην Εξεταστική.
Η ίδια διέψευσε κατηγορηματικά ότι έγινε αυτή η συζήτηση. Ζήτησε ανάκληση, προανήγγειλε προσφυγή στη Δικαιοσύνη και αντέδρασε λέγοντας ότι με τον συνάδελφό της δεν ανταλλάσσουν ούτε καλημέρα. Εκείνος επέμεινε στον ισχυρισμό του, ενώ ακολούθησαν και άλλες προσωπικές αιχμές και από τις δύο πλευρές. Η διαφωνία για το αν υπήρξε η συγκεκριμένη συνομιλία παραμένει διαφωνία μεταξύ των δύο. Δε μετατρέπεται σε αποδεδειγμένο γεγονός επειδή κάποιος την αφηγείται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ή επιμένει περισσότερο. Στον δημόσιο λόγο, η βεβαιότητα του ύφους δεν μπορεί να υποκαθιστά την τεκμηρίωση.
Στο τέλος, η Γιαννακοπούλου εμφανίστηκε βουρκωμένη, λέγοντας ότι είχε προσέλθει για πολιτική συζήτηση και δεχόταν, κατά την ίδια, ψευδείς προσωπικές επιθέσεις. Το ΠΑΣΟΚ εξέδωσε ανακοίνωση στήριξής της, καταγγέλλοντας τη συμπεριφορά και τους ισχυρισμούς του βουλευτή της ΝΔ. Το Newsit, στο δικό του ρεπορτάζ, περιγράφει τον Λαζαρίδη να γελά κοροϊδευτικά ενώ εκείνη βρίσκεται σε εμφανή συναισθηματική φόρτιση.
Δε χρειάζεται να συμφωνείς με τη Γιαννακοπούλου, να έχεις ψηφίσει ΠΑΣΟΚ ή να εγκρίνεις κάθε λέξη που χρησιμοποίησε για να καταλάβεις ότι υπάρχει ένα όριο. Ο σεβασμός στην ανθρώπινη δυσφορία δεν προϋποθέτει πολιτική συγγένεια.
Μας έχει γίνει σχεδόν συνήθεια να αντιμετωπίζουμε τα πάνελ σαν αγώνες με σκορ. Ποιος «τάπωσε» ποιον, ποιος τον «τελείωσε», ποιος έβγαλε την ατάκα που θα παίξει παντού. Μέσα σε αυτή τη λογική, ακόμη και το δάκρυ του άλλου κινδυνεύει να παρουσιαστεί ως πόντος υπέρ εκείνου που τον πίεσε. Λες και η ενημέρωση έχει έπαθλο για όποιον καταφέρει να κάνει τον συνομιλητή του να λυγίσει. Ένας άνθρωπος μπορεί να κλάψει από θυμό, αδικία, πίεση ή εξάντληση. Αυτό από μόνο του δεν κρίνει τα επιχειρήματά του. Ούτε η ψυχραιμία, ούτε ένα ειρωνικό χαμόγελο αποτελούν πιστοποιητικό αλήθειας. Μπορεί κάποιος να τρέμει και να έχει δίκιο. Μπορεί κάποιος να χαμογελά και να οφείλει εξηγήσεις.
Και όταν βλέπεις ότι η αντιπαράθεση στην οποία συμμετέχεις έχει φτάσει τον άλλον σε αυτό το σημείο, μπορείς να χαμηλώσεις τους τόνους. Να αφήσεις λίγο χώρο. Να συνεχίσεις τη διαφωνία χωρίς να προσθέτεις ειρωνεία πάνω στην ένταση. Δεν απαιτείται να εγκαταλείψεις τη θέση σου για να φερθείς ανθρώπινα.
Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο που τον έχεις φτάσει να κλαίει από την ένταση κι εσύ γελάς, κάτι σίγουρα πρέπει να ψάξεις μέσα σου. Και αυτή τη δουλειά δεν μπορεί να την κάνει για σένα κανένα επικοινωνιακό επιτελείο.