Υπάρχει μια στιγμή στη Barbie στη Λίμνη των Κύκνων που ειπώνεται μια φράση, που κάθε νέο κορίτσι (κι όχι μόνο) αξίζει να ακούσει και να πιστέψει. Μια φράση που μοιάζει απλή, μα είναι στη βάση της σύνθετη. Και δεν είναι άλλη από την: «είσαι πιο γενναία από ό,τι νομίζεις». Δεν είναι από εκείνες τις κινηματογραφικές ατάκες που ζητούν χειροκρότημα. Δεν είναι φτιαγμένη για να γίνει τατουάζ ή caption. Κι όμως, μένει. Ίσως γιατί δεν απευθύνεται σε έναν ήρωα. Απευθύνεται σε έναν άνθρωπο που αμφιβάλλει. Και η αμφιβολία είναι κάτι που όλοι γνωρίζουμε καλά.
Ζούμε σε μια εποχή που η γενναιότητα μοιάζει με performance. Είναι η δημόσια εξομολόγηση, η μεγάλη απόφαση, το εντυπωσιακό restart. Είναι το «τα παράτησα όλα και έφυγα». Είναι το «βρήκα τον εαυτό μου σε ένα νησί». Είναι το before & after που αποδεικνύει ότι κάτι άλλαξε.
Αλλά η αληθινή γενναιότητα δεν έχει πάντα κοινό. Μερικές φορές είναι αθόρυβη. Είναι να απαντήσεις σε εκείνο το μήνυμα που αποφεύγεις. Είναι να πας σε ένα ραντεβού με τον εαυτό σου και να πεις την αλήθεια χωρίς φίλτρα. Είναι να μείνεις, ενώ το πιο εύκολο θα ήταν να φύγεις. Ή να φύγεις, ενώ το πιο βολικό θα ήταν να μείνεις. Η γενναιότητα δεν είναι απαραίτητα θεαματική. Είναι, όμως, σταθερή.
Κι εδώ αρχίζει η συζήτηση για την εσωτερική δύναμη. Η εσωτερική δύναμη δε φωνάζει. Είναι εκείνη η μικρή, σχεδόν αδιόρατη φωνή που λέει «δεν μου αξίζει αυτό» πριν καν το παραδεχτείς δυνατά. Είναι εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι που σε προειδοποιεί. Είναι η διαίσθηση που επιμένει, ακόμα κι όταν η λογική βρίσκει χίλιες δικαιολογίες. Κι όμως, συχνά την αγνοούμε. Γιατί έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τη δύναμη με την αντοχή. Να πιστεύουμε ότι το να αντέχεις τα πάντα είναι απόδειξη ωριμότητας. Ότι το να μην λυγίζεις είναι επίτευγμα. Ότι το να μην ζητάς βοήθεια σε κάνει αυτάρκη.
Αλλά η αντοχή δεν είναι πάντα δύναμη. Μερικές φορές είναι απλώς φόβος μεταμφιεσμένος σε υπομονή. Η πραγματική εσωτερική δύναμη φαίνεται όταν σταματάς να προδίδεις τον εαυτό σου για να μη χάσεις τους άλλους. Όταν δε γελάς με κάτι που σε πληγώνει. Όταν δεν μικραίνεις για να χωρέσεις σε μια συνθήκη που δεν σε χωρά. Όταν λες «αυτό δεν είναι για μένα» χωρίς να χρειάζεται να το αιτιολογήσεις σε επιτροπή.
Και κάπου εδώ μπαίνει η πιο παρεξηγημένη έννοια των τελευταίων χρόνων: η αυτόαγάπη. Η αυτόαγάπη δεν είναι μόνο οι μάσκες προσώπου και τα «μου αξίζει». Δεν είναι η υπερβολική επιείκεια ούτε η συνεχής αυτοεπιβράβευση. Δεν είναι μια ροζ, εύκολη υπόθεση. Είναι, στην πραγματικότητα, μια δύσκολη πειθαρχία. Είναι να παραδέχεσαι ότι έχεις κάνει λάθη χωρίς να αυτομαστιγώνεσαι. Είναι να βάζεις όρια, ακόμα κι όταν φοβάσαι ότι αυτό θα κοστίσει. Είναι να αντέχεις τη δυσφορία του «όχι» που είπες. Είναι να κάθεσαι με τη μοναξιά σου χωρίς να τρέχεις να τη γεμίσεις με οτιδήποτε διαθέσιμο.
Η αυτόαγάπη δεν είναι πάντα ευχάριστη. Είναι, όμως, απελευθερωτική. Γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με την ευθύνη σου. Δεν μπορείς πια να κατηγορείς μόνο τις συνθήκες. Δεν μπορείς να λες «έτσι είμαι» και να το αφήνεις εκεί. Αν αγαπάς τον εαυτό σου, οφείλεις να τον προστατεύεις. Κι αυτό σημαίνει επιλογές. Σημαίνει ξεκαθαρίσματα. Σημαίνει μερικές φορές απογοητεύσεις. Η φράση «είσαι πιο γενναία από ό,τι νομίζεις» δεν υπόσχεται ότι δεν θα φοβηθείς. Υπόσχεται ότι ο φόβος δεν είναι το τέλος της ιστορίας.
Γιατί γενναιότητα δεν είναι η απουσία φόβου. Είναι η απόφαση να κινηθείς παρ’ όλα αυτά. Είναι να πας σε εκείνη τη συνέντευξη ενώ πιστεύεις ότι δεν είσαι αρκετός. Είναι να ζητήσεις συγγνώμη. Είναι να συγχωρήσεις. Είναι να δοκιμάσεις ξανά. Είναι να παραδεχτείς ότι χρειάζεσαι βοήθεια. Στην πραγματικότητα, οι πιο γενναίες πράξεις είναι συχνά οι πιο απλές. Δεν γράφονται σε βιβλία. Δεν γίνονται viral. Συμβαίνουν σε κουζίνες, σε γραφεία, σε σιωπηλά δωμάτια. Συμβαίνουν όταν επιλέγεις τον εαυτό σου. Κι αυτή η επιλογή δεν είναι εγωιστική. Είναι απαραίτητη. Γιατί χωρίς αυτήν, όλα τα υπόλοιπα είναι εύθραυστα.
Η εσωτερική δύναμη δε σημαίνει ότι δε θα καταρρεύσεις ποτέ. Σημαίνει ότι θα ξανασηκωθείς χωρίς να ακυρώσεις τον εαυτό σου για την πτώση. Σημαίνει ότι θα επιτρέψεις στον εαυτό σου να είναι άνθρωπος — με αντιφάσεις, με φόβους, με ατέλειες. Και ίσως αυτό είναι το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της αυτόαγάπης: να σταματήσεις να κυνηγάς την τέλεια εκδοχή σου και να αρχίσεις να φροντίζεις την αληθινή. Να μην περιμένεις να «γίνεις καλύτερος» για να σου φερθείς με καλοσύνη. Να μην λες «όταν τα καταφέρω, τότε θα αξίζω». Να καταλάβεις ότι αξίζεις και στη διαδρομή. Και στην αβεβαιότητα. Και στο ενδιάμεσο.
Ίσως, τελικά, η φράση εκείνη από μια παιδική ταινία να είναι πιο ώριμη απ’ όσο φαίνεται. Είσαι πιο γενναίο πλάσμα από ό,τι νομίζεις. Όχι επειδή δε φοβάσαι. Αλλά επειδή συνεχίζεις, ακόμα κι όταν φοβάσαι.
