Ομολογουμένως υπάρχουν φορές που νιώθουμε ότι τους λυπόμαστε. Έξω στον κόσμο συμβαίνουν καθημερινά άπειρα γεγονότα, καταστροφές, λάθη, ατυχήματα, διαβολικές συγκυρίες που οδηγούν σε καταστάσεις που αποδιοργανώνουν την καθημερινότητα μας και δημιουργούν ανησυχία για το τι μέλει γενέσθαι. Η κατάσταση απαιτεί σχολιασμό και απαντήσεις. Από ποιους; Μα φυσικά από αυτούς τους 300 κυρίους και κυρίες που εμείς έχουμε επιλέξει να κυβερνούν την κοινωνία μας και να διαχειρίζονται τον τρόπο με τον οποίον έχει οργανωθεί η ζωή μας.

«Καλεσμένος στην εκπομπή μας σήμερα προκειμένου να σχολιάσει την επικαιρότητα ο κος Πολιτικόπουλος». Ο κος Πολιτικόπουλος, ένας από αυτούς τους 300 εντεταλμένους εκπροσώπους μας έχει κληθεί από  μια εκπομπή που παρακολουθούμε όλοι το βράδυ στον καναπέ μας να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που έχουν ανακύψει. Οι προσδοκίες μας από τον κο Πολιτικόπουλο να μάθουμε μέσα από τον πολιτικό του λόγο και να καταλάβουμε όσα δεν ξέραμε ή δεν είχαμε καταλάβει πριν τον παρακολουθήσουμε. Το αποτέλεσμα; Μετά την παρακολούθηση της συνέντευξής του δεν γίναμε σοφότεροι αλλά λίγο πιο εκνευρισμένοι.  Στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, η επικοινωνία έχει εξελιχθεί σε ένα σύνθετο παιχνίδι εντυπώσεων, όπου η ουσία συχνά θυσιάζεται στον βωμό της στρατηγικής.

Ο πολιτικός λόγος, παραδοσιακά ένα εργαλείο διαλόγου και πειθούς, έχει μετατραπεί σε μια υψηλή τέχνη αποφυγής. Το φαινόμενο της «μη απάντησης» δεν είναι απλώς μια αμυντική στάση, αλλά μια καλά μελετημένη τεχνική που επιτρέπει στους πολιτικούς να ελέγχουν την ατζέντα, αποφεύγοντας τις παγίδες των δύσκολων ερωτήσεων. Η τεχνική περιλαμβάνει πολλές μεθόδους. Η πιο συνηθισμένη είναι η μετατόπιση της συζήτησης από το πεδίο για το οποίο ρωτήθηκε σε ένα πεδίο που έχει προετοιμάσει καλά, δεν έχει καμία σχέση με το θέμα για το οποίο ρωτήθηκε και το οποίο είναι προαποφασισμένος να επικαλεστεί και να αναλύσει όποιο κι αν είναι το θέμα για το οποίο τον έχουν ρωτήσει. «Μπορείτε σας παρακαλώ κε Πολιτικόπουλε να μας πείτε ποια θα ήταν τα μέτρα που θα έπαιρνε το κόμμα σας αν ήταν στη διακυβέρνηση του τόπου προκειμένου να μην επαναληφθεί αυτό το συμβάν;» ρωτάει ο δημοσιογράφος.  «το πραγματικό ερώτημα που απασχολεί τους πολίτες, κε Δημοσιογραφίδη είναι η ακρίβεια που ταλανίζει τους πολίτες αυτής της χώρας…» απαντάει ο προσκεκλημένος πολιτικός κι αρχίζει να αναλύει τις επιπτώσεις της ακρίβειας.

«Καταλαβαίνετε κε υπουργέ ότι το να γίνει διακοπή ρεύματος σε κεντρικό δημόσιο νοσοκομείο της Αθήνας για 3 ολόκληρες ώρες είναι ένα γεγονός που γεννάει ανησυχία στον κόσμο. Τι έχετε να μας πείτε για αυτό;» ρωτάει ο δημοσιογράφος . «Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι νοσηλευτές κατά τη διακυβέρνηση της χώρας από το κόμμα μας έχουν αυξηθεί κατά 60%» απαντάει ο ερωτώμενος υπουργός. Ο κάθε ακροατής καταλαβαίνει από τις απαντήσεις αυτό που θέλει να καταλάβει και κρατάει την τοποθέτηση ως απάντηση.

Μια άλλη μέθοδος είναι η «επίθεση στην ερώτηση». Αντί να τοποθετηθεί επί της ουσίας, ο πολιτικός αμφισβητεί τις προϋποθέσεις ή τα κίνητρα του ερωτώντος. Χαρακτηρίζοντας μια ερώτηση ως «υποθετική», «προκατειλημμένη» ή «εκτός πραγματικότητας», ο ομιλητής ακυρώνει την ανάγκη για απάντηση, μετατρέποντας τον εαυτό του από απολογούμενο σε κατήγορο. Αντί να απαντήσει ο πολιτικός αρχίζει να κλαίγεται ως θύμα μιας προσπάθειας «δολοφονίας χαρακτήρα» από τους αντιπάλους του, ως στόχος μιας οργανωμένης σπίλωσης του ονόματος του ή του κόμματος που εκπροσωπεί.

Ισχυρό όπλο διαχρονικά αποτελεί επίσης και η προσπάθεια του πολιτικού να απαντήσει με μια γλώσσα ξύλινη, δυσνόητη, θεωρητική και τόσο ασυνάρτητη που κανείς στο τέλος της συζήτησης δεν έχει βγάλει το παραμικρό νόημα γι αυτά που ο πολιτικός είπε. Μέσα από ατέρμονες προτάσεις γεμάτες τεχνοκρατικούς όρους και αφηρημένες έννοιες, το νόημα διαχέεται τόσο πολύ που η αρχική ερώτηση χάνεται στη μετάφραση και μαζί χάνεται και ο χρόνος του δημοσιογράφου και η υπομονή του κοινού.

Αυτό που είναι απόλυτα κατανοητό είναι γιατί οι πολιτικοί καταφεύγουν σε αυτές τις μεθόδους. Η εικόνα κυριαρχεί του περιεχομένου και μια ειλικρινής απάντηση εμπεριέχει πολιτικό κόστος που κανένας πολιτικός δεν θέλει να πάρει. Η αποφυγή απαντήσεων τον προστατεύει και η επανάληψη των θέσεων του που θα ευχαριστήσουν τα αυτιά των οπαδών του κόμματος του τον βοηθάει να παραμείνει στην εξουσία.

Αυτό που δεν είναι κατανοητό είναι γιατί αυτή η αποφυγή ειλικρινών απαντήσεων και η χρήση τεχνικών από έναν πολιτικό δεν τιμωρείται.  Η δημοκρατία απαιτεί λογοδοσία, και η λογοδοσία προϋποθέτει καθαρές απαντήσεις. Οι πολιτικοί είναι εκπρόσωποι μας, όχι προϊστάμενοι μας. Η ύπαρξη η δική τους εξαρτάται από εμάς. Μόνο αφού τους επιτρέψουμε εμείς να υπάρχουν, αρχίζουν να κανονίζουν τη δική μας ύπαρξη.   Όσο αφήνουμε να παρασυρόμαστε από την εικόνα, όσο η υψωμένη φωνή ταυτίζεται με τη πυγμή, όσο η επίκληση του συναισθήματος μας ταυτίζεται με την ανθρωπιά, όσο η αγένεια ταυτίζεται με την αυθεντικότητα αυτοί οι πολιτικοί που αποφεύγουν τις απαντήσεις θα συνεχίσουν να καλούνται να δώσουν απαντήσεις. Ας σκεφτούμε τι πολιτικούς θέλουμε κι ας τους επιλέξουμε.

Συντάκτης: Άριελ Μ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη