Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που κοιτάζεις πίσω και συνειδητοποιείς ότι άφησες πράγματα στη μέση, όνειρα στην άκρη και τον εαυτό σου στο περιθώριο. Κι όλα αυτά όχι επειδή δεν είχες δύναμη, αλλά επειδή έδωσες τόση από αυτήν σε ανθρώπους που δεν ήξεραν να τη σεβαστούν. Το πιο περίεργο είναι ότι δεν το καταλαβαίνεις την ώρα που συμβαίνει. Νομίζεις ότι δείχνεις κατανόηση, ότι προσφέρεις, ότι αγαπάς. Μα στην πραγματικότητα, κόβεις κομμάτια από εσένα για να τα κρατήσει κάποιος άλλος. Κάποια στιγμή, όμως, έρχεται εκείνο το ξύπνημα. Το δυνατό. Το ενοχλητικό. Το απαραίτητο. Εκείνο που σου ψιθυρίζει «κοίτα πού άφησες τον εαυτό σου να φτάσει». Και τότε αρχίζεις να ξετυλίγεις το κουβάρι.

Αρχίζεις να θυμάσαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες κάτι μόνο για εσένα. Πότε γέλασες πραγματικά, όχι για να μη χαλάσεις το κλίμα. Πότε ένιωσες ελαφρύς. Κι ίσως να δυσκολεύεσαι να τα θυμηθείς, γιατί η προτεραιότητά σου ήταν πάντα ένας άλλος άνθρωπος. Πάντα το πώς θα νιώσει, αν θα στεναχωρηθεί, αν θα τον χάσεις. Και, χωρίς να το θες, έβαλες τον εαυτό σου στον πάτο της λίστας. Το μεγαλύτερο λάθος, όμως, δεν είναι ότι έδωσες. Το μεγαλύτερο λάθος είναι ότι ξέχασες να κρατήσεις κάτι και για σένα.

Όταν βάζεις έναν άνθρωπο πάνω από τον εαυτό σου, σιγά-σιγά χάνεις το φως σου. Γίνεσαι μικρότερος, πιο ήσυχος, πιο προσαρμοστικός. Πείθεις τον εαυτό σου ότι «έτσι πρέπει», ότι «αν αγαπάς, αντέχεις». Και δεν καταλαβαίνεις ότι αυτή η αγάπη μοιάζει περισσότερο με θυσία παρά με κάτι αμοιβαίο. Και το αποτέλεσμα; Να ξυπνάς ένα πρωί και να μην αναγνωρίζεις ποιος είσαι.

Η αλήθεια είναι απλή, αλλά συχνά δε θέλουμε να τη δούμε: κανένας άνθρωπος δε θα σε αγαπήσει πραγματικά αν δεν αγαπάς πρώτα εσύ τον εαυτό σου. Όχι εγωιστικά. Όχι υπερβολικά. Αλλά με εκείνη τη σταθερή, ήρεμη αγάπη που λέει «ξέρω ποιος είμαι και ξέρω τι αξίζω». Και όταν το συνειδητοποιήσεις αυτό, τότε αρχίζει το πραγματικό restart. Ξαφνικά, γίνεσαι πιο απαιτητικός με το πώς μιλάνε οι άλλοι σε εσένα. Πιο προσεκτικός στο ποιον αφήνεις να μπαίνει στη ζωή σου. Πιο ευαίσθητος στο τι σου ρουφάει την ενέργεια και τι σου τη δίνει πίσω. Αρχίζεις να βλέπεις συμπεριφορές που παλιά προσπερνούσες. Σταματάς να εξηγείς τα αυτονόητα σε ανθρώπους που δε θέλουν να ακούσουν. Και καταλαβαίνεις ότι η αξία σου δε φαίνεται από το πόσα αντέχεις, αλλά από το πόσα δεν επιτρέπεις πλέον.

Κι εδώ έρχεται κάτι που πολλοί μπερδεύουν: το να έχεις τον εαυτό σου προτεραιότητα δε σε κάνει αναισθητοποιημένο, ούτε σκληρό, ούτε εγωιστή. Δε σημαίνει ότι σταματάς να νοιάζεσαι, να δίνεις, να αγκαλιάζεις, να αγαπάς. Αντίθετα, σημαίνει ότι μαθαίνεις να μοιράζεις την αγάπη σου με υγεία. Δίνεις, αλλά όχι περισσότερο απ’ όσο δίνεις στον εαυτό σου. Δεν αδειάζεις για να γεμίσει ο άλλος. Δεν πνίγεις τα δικά σου συναισθήματα για να νιώσει καλύτερα κάποιος που δεν κάνει τίποτα για να νιώσει καλύτερα κι εσύ. Συνεχίζεις να αγαπάς, αλλά με μέτρο. Με όρια. Με αυτοσεβασμό. Κι αυτό είναι, χωρίς υπερβολή, η πιο καθαρή μορφή αγάπης που μπορείς να προσφέρεις και να λάβεις.

Η δουλειά με τον εαυτό σου δεν είναι μια στιγμή, είναι μια καθημερινή επιλογή. Να φροντίζεις το σώμα σου, να καθαρίζεις το μυαλό σου, να ακούς τις ανάγκες σου. Να μη δίνεις χώρο σε τοξικότητα, σε ανασφάλειες άλλων, σε ανθρώπους που σε θέλουν μόνο όταν δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Να γίνεσαι κάθε μέρα λίγο πιο δυνατός, λίγο πιο σταθερός, λίγο πιο… εσύ. Και ξέρεις ποιο είναι το παράδοξο; Όταν αρχίσεις να αγαπάς πραγματικά τον εαυτό σου, δε χρειάζεται πια να αποδεικνύεις τίποτα σε κανέναν. Οι άνθρωποι που πρέπει να είναι στη ζωή σου το βλέπουν μόνοι τους. Και οι άλλοι… απλώς εξαφανίζονται. Γιατί δεν μπορούν να καταπατήσουν κάποιον που έχει τον εαυτό του προτεραιότητα. Το να αφήνεις πίσω σου ανθρώπους που κάποτε αγαπούσες δεν είναι προδοσία. Είναι εξέλιξη. Και μερικές φορές, αυτό που αφήνεις πίσω δεν είναι ο άνθρωπος… αλλά ο παλιός εαυτός σου που τον ανεχόταν. Αυτός που δικαιολογούσε τα πάντα. Αυτός που πίστευε ότι «αν δώσω λίγο ακόμα, θα αλλάξει κάτι». Δεν αλλάζει. Αλλάζεις εσύ.

Κάποια μέρα, θα κοιτάξεις πίσω και θα δεις πόσα πράγματα έχτισες όταν αποφάσισες να σταματήσεις να κυνηγάς ανθρώπους και να αρχίσεις να κυνηγάς τον εαυτό σου. Πόσο πιο ψηλά έφτασες όταν έβαλες το «εγώ» εκεί που πάντα έπρεπε να βρίσκεται: μπροστά.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο μόνος άνθρωπος που μένει πάντα μαζί σου, είσαι εσύ.

Συντάκτης: Νίκη Ντάλντα