Μεγαλώσαμε σε σπίτια που δε μας έλειψε τίποτα. Είχαμε φαγητό στο τραπέζι, ρούχα καθαρά, δώρα στις γιορτές, δραστηριότητες, φροντιστήρια. Οι γονείς μας δούλευαν ασταμάτητα για να μας προσφέρουν όσα εκείνοι ίσως στερήθηκαν. Και γι’ αυτό τους οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Έκαναν τα πάντα για εμάς. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν.
Κι όμως, κάπου ανάμεσα στις υπερωρίες, στους λογαριασμούς και στην αγωνία να «μη μας λείψει τίποτα», έλειψε κάτι θεμελιώδες: η συναισθηματική παρουσία. Έλειψε το πραγματικό άκουσμα. Το να καθίσει κάποιος απέναντί σου, να σε κοιτάξει στα μάτια και να σε ρωτήσει: «Πώς είσαι στ’ αλήθεια;». Έλειψε το «σε βλέπω». Το «σε καταλαβαίνω». Το «είμαι εδώ».
Πολλοί από εμάς μάθαμε από νωρίς να είμαστε «δυνατοί». Να μη δημιουργούμε προβλήματα. Να μην απασχολούμε. Να κρατάμε τους φόβους μας μέσα μας, γιατί οι γονείς ήταν κουρασμένοι. Γιατί είχαν ήδη αρκετά. Έτσι, σιγά-σιγά, αρχίσαμε να αμφισβητούμε τα συναισθήματά μας. Να τα μειώνουμε. Να τα καταπίνουμε. Μάθαμε να λειτουργούμε, όχι να νιώθουμε.
Στην παιδική ηλικία αυτό ίσως δε φαίνεται καθαρά. Όμως στην εφηβεία —εκεί που όλα διογκώνονται— το κενό γίνεται πιο έντονο. Ένα παιδί που μπαίνει στην εφηβεία κουβαλά άγχος, αμφιβολίες, ανασφάλειες. Αναζητά ταυτότητα. Συγκρίνεται. Πληγώνεται. Και εκεί, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται ένα «μπράβο». Ένα «αξίζεις». Ένα «θα σε αγαπάω ό,τι κι αν γίνει». Χρειάζεται να νιώσει ότι δεν είναι μόνο του απέναντι στον κόσμο.
Αντί γι’ αυτό, πολλοί ακούσαμε «μην κάνεις έτσι», «υπερβάλλεις», «εμείς στην ηλικία σου…». Οι προβληματισμοί μας συχνά υποτιμήθηκαν. Όχι από κακία, αλλά από άγνοια. Οι γονείς μας μεγάλωσαν σε άλλες εποχές. Σε περιβάλλοντα που το συναίσθημα δεν είχε χώρο. Που η επιβίωση ήταν προτεραιότητα. Δεν ήξεραν πώς να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι, γιατί κανείς δεν ήταν για εκείνους.
Και έτσι μεγαλώσαμε κι εμείς. Κάναμε σχέσεις που αναπαρήγαγαν αυτό το γνώριμο μοτίβο. Ερωτευτήκαμε ανθρώπους απόμακρους. Κυνηγήσαμε την επιβεβαίωση. Φοβηθήκαμε την εγκατάλειψη. Μπερδέψαμε την αγάπη με την ανασφάλεια.
Κάποια στιγμή, όμως, το σώμα και η ψυχή άρχισαν να φωνάζουν. Άγχος. Θυμός. Κρίσεις. Επαναλαμβανόμενα λάθη. Και τότε ήρθε η ψυχοθεραπεία.
Όχι ως ένδειξη αδυναμίας, αλλά ως πράξη γενναιότητας. Εκεί αρχίσαμε να ξετυλίγουμε το νήμα. Να βλέπουμε πως οι επιρροές και τα τραύματά μας δεν γεννήθηκαν στο κενό. Ξεκίνησαν από το σπίτι. Από τα πρότυπα που είχαμε μπροστά μας. Από τις σιωπές. Από τις φράσεις που ειπώθηκαν και από εκείνες που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Καταλάβαμε πως δεν φταίμε που νιώθαμε «πολύ». Δεν φταίμε που ζητούσαμε περισσότερη αγκαλιά. Δεν ήμασταν υπερβολικοί. Ήμασταν παιδιά.
Και κάπου εκεί έρχεται το πιο σημαντικό μάθημα: η ευθύνη σταματά σε εμάς. Μπορεί να μην επιλέξαμε πώς μεγαλώσαμε, αλλά επιλέγουμε πώς θα συνεχίσουμε. Επιλέγουμε να δουλέψουμε με τον εαυτό μας πριν γίνουμε γονείς. Να θεραπεύσουμε ό,τι πονάει. Να μάθουμε να ακούμε. Να μάθουμε να λέμε «σ’ αγαπώ» χωρίς προϋποθέσεις.
Να δίνουμε στα παιδιά μας —αν επιλέξουμε να κάνουμε— όχι μόνο υλικά αγαθά, αλλά συναισθηματική ασφάλεια. Επιλέγουμε επίσης τον σωστό σύντροφο. Όχι αυτόν που αναπαράγει το γνώριμο τραύμα, αλλά εκείνον που μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς. Που μας ακούει. Που μας επιβεβαιώνει. Που δεν μας κάνει να παλεύουμε για λίγη αγάπη. Γιατί όταν έχεις μεγαλώσει διεκδικώντας προσοχή, χρειάζεται συνειδητή δουλειά για να μάθεις ότι αξίζεις αγάπη χωρίς μάχη.
Στο τέλος της διαδρομής, δεν κρατάμε θυμό. Κρατάμε κατανόηση. Οι γονείς μας έκαναν ό,τι ήξεραν. Προσπάθησαν να μη μας λείψει τίποτα. Και πράγματι, δεν μας έλειψαν τα υλικά. Απλώς θα θέλαμε να μας κρατούσαν λίγο περισσότερο. Να μας άκουγαν λίγο βαθύτερα. Να μας έλεγαν πιο συχνά ότι είμαστε αρκετοί.
Και ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη μας: ότι αναγνωρίζουμε το κενό χωρίς να το διαιωνίζουμε. Ότι μετατρέπουμε το παράπονο σε επίγνωση. Ότι από το τραύμα γεννιέται η επιλογή.
Να αγαπήσουμε πιο συνειδητά.
Να ακούσουμε πιο προσεκτικά.
Να είμαστε παρόντες, εκεί που κάποτε μας έλειψε η παρουσία.
