Υπάρχει κάτι παράξενα γνώριμο στη νύχτα των clubs. Φώτα χαμηλά, μουσική δυνατά, σώματα κοντά, ποτήρια που γεμίζουν πριν καν αδειάσουν. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, μια αίσθηση απόλαυσης που μοιάζει έντονη, σχεδόν απελευθερωτική. Οι νέοι διασκεδάζουν, χορεύουν, φλερτάρουν, γελούν. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται.

Γιατί, αν σταθείς λίγο πιο προσεκτικά, θα δεις πως πίσω από την απόλαυση κρύβεται κάτι πιο βαθύ και συχνά πιο βαρύ. Ζούμε σε μια εποχή που μιλάμε συνεχώς, αλλά επικοινωνούμε όλο και λιγότερο. Τα συναισθήματα είναι πολλά, έντονα, μπερδεμένα. Άγχος, μοναξιά, φόβος, ανασφάλεια, ανάγκη για αποδοχή. Κι όμως, αντί να τα εκφράζουμε, μαθαίνουμε να τα καταπίνουμε. Να τα σκεπάζουμε.

Και το αλκοόλ γίνεται το πιο εύκολο φίλτρο. Ένα μέσο για να σωπάσει το μυαλό, να χαλαρώσει το σώμα, να μουδιάσει λίγο η ψυχή. Στο club, το ποτό δεν είναι απλώς διασκέδαση. Είναι άδεια. Άδεια να είσαι πιο θορυβώδης, πιο τολμηρός, πιο ελεύθερος. Άδεια να μιλήσεις σε κάποιον που σου αρέσει χωρίς να φοβάσαι τόσο την απόρριψη. Άδεια να χορέψεις χωρίς να σκέφτεσαι πώς φαίνεσαι. Άδεια να αγγίξεις, να πλησιάσεις, να φλερτάρεις.

Όλα γίνονται πιο εύκολα όταν το συναίσθημα έχει πρώτα «μαλακώσει» με αλκοόλ. Το φλερτ, ειδικά, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι δε θέλουν να φλερτάρουν νηφάλιοι. Είναι ότι φοβούνται. Φοβούνται να εκτεθούν, να πουν κάτι λάθος, να φανούν αδύναμοι.

Το ποτό λειτουργεί σαν ασπίδα: αν αποτύχω, δεν ήμουν εγώ, ήταν το αλκοόλ. Αν πληγωθώ, θα το νιώσω λιγότερο. Αν τολμήσω, θα έχω μια δικαιολογία. Και κάπως έτσι, η απόλαυση της νύχτας χτίζεται πάνω σε μια αποφυγή.

Αντί να επικοινωνούμε τα συναισθήματά μας, τα καταπολεμάμε. Αντί να πούμε «νιώθω μόνος», λέμε «άλλο ένα σφηνάκι». Αντί να παραδεχτούμε ότι θέλουμε επαφή, σύνδεση, εγγύτητα, την αναζητάμε θολά, βιαστικά, μέσα σε θορύβους και καπνούς. Για λίγες ώρες, όλα μοιάζουν πιο ανώδυνα.

Δεν είναι κακό να διασκεδάζεις. Δεν είναι κακό να πίνεις, να χορεύεις, να χάνεσαι λίγο στη μουσική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτό γίνεται ο μόνος τρόπος να αντέχεις τον εαυτό σου. Όταν η απόλαυση δεν είναι επιλογή, αλλά ανάγκη για να μη νιώσεις. Όταν το club γίνεται το μέρος όπου ξεχνάς ποιος είσαι, αντί να είσαι πιο κοντά σε αυτόν που είσαι.

Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο πράγμα για τη γενιά μας δεν είναι να διασκεδάσει, αλλά να σταθεί νηφάλια απέναντι σε όσα νιώθει. Να πει «μου λείπεις», «φοβάμαι», «θέλω», χωρίς να κρυφτεί πίσω από ένα ποτήρι. Να φλερτάρει χωρίς άλλοθι, να πλησιάσει χωρίς θόρυβο, να αντέξει τη σιωπή χωρίς να την πνίξει με μουσική.

Γιατί εκεί, μακριά από τα clubs και τα φώτα, αρχίζει η πραγματική απόλαυση: όχι αυτή που σε μουδιάζει, αλλά αυτή που σε φέρνει πιο κοντά στον εαυτό σου και στους άλλους. Και αυτή, όσο κι αν αργεί, όσο κι αν πονά, δεν αντικαθίσταται ποτέ με αλκοόλ.

Ίσως κάποια στιγμή κουραστούμε κι από αυτό. Από τις ίδιες νύχτες, τα ίδια ποτήρια, τις ίδιες κουβέντες που δε λέγονται ποτέ. Ίσως έρθει η ώρα που θα καταλάβουμε ότι δε χρειαζόμαστε άλλο θόρυβο για να ξεχαστούμε, αλλά λιγότερο για να ακουστούμε. Ότι δεν είναι αδυναμία να νιώθεις, ούτε ντροπή να εκφράζεσαι.

Και τότε, ίσως δούμε τη νύχτα αλλιώς. Όχι σαν μέρος διαφυγής, αλλά σαν επιλογή. Όχι σαν ανάγκη να μουδιάσουμε, αλλά σαν χώρο όπου μπορούμε να υπάρξουμε αληθινοί, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να φύγουμε λίγο νωρίτερα, με καθαρό μυαλό και γεμάτη ψυχή.

Συντάκτης: Νίκη Ντάλντα