Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή που δεν τη βάζεις εσύ. Έρχεται μόνη της. Σαν ένα εσωτερικό pause που δεν πατήθηκε συνειδητά. Δεν είσαι πια εκεί που πονούσες, αλλά δεν είσαι ούτε κάπου καινούργια. Δεν ξεκίνησες από την αρχή, αλλά ούτε γύρισες πίσω. Είσαι στη μέση. Σε μια σιωπηλή αναμονή, σαν να περιμένεις ένα ανεπαίσθητο «τώρα μπορείς». Και τότε ξεκινούν οι ερωτήσεις. Μήπως έχω πολύ υψηλά στάνταρ; Μήπως απογοητεύτηκα τόσο που δεν εμπιστεύομαι κανέναν; Γιατί τραβάω ανθρώπους που δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι; Και γιατί, όταν κάποιος θέλει κάτι ουσιαστικό από μένα, εγώ κάνω πίσω;

Η αλήθεια είναι πως τίποτα από αυτά δεν είναι τυχαίο. Κανείς δεν κλείνει την καρδιά του χωρίς λόγο. Δεν ξυπνάς μια μέρα και λες «από σήμερα θα αποφεύγω όσους με θέλουν». Δε γεννιέσαι με «υψηλά στάνταρ». Τα χτίζεις. Συχνά μέσα από πληγές. Όταν έχεις πονέσει, δεν φοβάσαι το καινούργιο. Φοβάσαι να ξαναζήσεις το παλιό. Γι’ αυτό πολλές φορές μένεις αδιάφορος μπροστά στο «καλό» και κυνηγάς το «δύσκολο». Το δύσκολο σου είναι οικείο, γιατί θυμίζει προσπάθεια. Το καλό, όμως, τρομάζει, γιατί θυμίζει κάτι που δεν έχεις μάθει ακόμα: την ασφάλεια.

Πολλές φορές βιαζόμαστε να πούμε «εντάξει, πάει, τελείωσε». Το λέμε στους φίλους μας, το γράφουμε, το επαναλαμβάνουμε για να το πιστέψουμε. Αλλά μέσα μας κάτι ακόμη κινείται. Μια ανάμνηση, ένα «γιατί δεν έγινε αλλιώς;», ένα κομμάτι που δεν ξεκόλλησε όπως νομίζαμε. Και βγαίνουμε ραντεβού, μιλάμε με κόσμο, προσπαθούμε, αλλά το κάνουμε μηχανικά. Όχι επειδή νιώθουμε. Επειδή νομίζουμε πως αν βρούμε γρήγορα τον επόμενο ή την επόμενη, θα ξεχάσουμε το παρελθόν. Όμως όταν κάτι δεν το νιώθεις πραγματικά, φυσικά και όλα φαίνονται λάθος. Φυσικά και κανείς δεν σου κάνει. Φυσικά και η καρδιά σου μένει κλειστή. Δεν είναι συναισθηματική ανωριμότητα. Είναι αυτοπροστασία.

Πότε, λοιπόν, είσαι πραγματικά έτοιμος; Όχι όταν σταματήσεις να πονάς. Ούτε όταν βρεις κάποιον «τέλειο». Ούτε όταν καταπιέσεις τον φόβο σου. Είσαι έτοιμος όταν δεν θέλεις πια να ξαναγυρίσεις εκεί που ήσουν, όχι από πείσμα αλλά από καθαρή συνειδητοποίηση. Όταν δεν σε κρατάει τίποτα, ούτε θυμός, ούτε ανάγκη για δικαίωση, ούτε πληγωμένη περηφάνια. Όταν δεν βγαίνεις επειδή «πρέπει» αλλά επειδή θέλεις πραγματικά να γνωρίσεις κάποιον. Όταν μπορείς να δεις έναν άνθρωπο που σε θέλει και, αντί να φοβηθείς, να τον δεις ως πιθανότητα και όχι ως απειλή. Όταν τα στάνταρ σου δεν είναι άμυνα αλλά επιλογή.

Το πιο δύσκολο μέρος δεν είναι η νέα αρχή. Είναι να επιτρέψεις στον εαυτό σου να νιώσει πάλι. Αν το δεις καθαρά, πέρα από πληγές, φόβους και ανασφάλειες, αυτό που θέλεις δεν είναι κάτι σπάνιο ή ακραίο. Θέλεις σταθερότητα, επικοινωνία, ασφάλεια, σεβασμό, συναισθηματική διαθεσιμότητα. Θέλεις κάποιον που να είναι εκεί. Θέλεις κάποιον που να μην σου λέει πολλά, αλλά να τα δείχνει. Και αυτό δεν σε κάνει δύσκολο. Σε κάνει ξεκάθαρο.

Και το τέλος; Πάντα έχει φως. Θα έρθει εκείνη η στιγμή χωρίς να το κυνηγάς, χωρίς να το βιάζεις. Εκείνη η στιγμή που κάτι μέσα σου θα ηρεμήσει. Το καρδιοχτύπι θα γίνει λαχτάρα. Η αβεβαιότητα θα γίνει περιέργεια. Ο φόβος θα γίνει τόλμη. Και τότε θα συναντήσεις κάποιον και θα νιώσεις. Όχι φόβο. Όχι άμυνα. Όχι κενό. Θα νιώσεις «εδώ είμαι. Μπορώ πάλι».

Και θα είσαι πραγματικά έτοιμος. Όχι επειδή το επέβαλες στον εαυτό σου, αλλά γιατί σου συνέβη στην ώρα του. Αυτό είναι το restart. Όχι όταν λες «προχωράω», αλλά όταν επιτέλους το εννοείς.

Συντάκτης: Νίκη Ντάλντα