Η αγάπη δε μετριέται σε «ποτέ», αλλά σε «ακόμα».
Υπάρχει μια φράση που, όσο ρομαντική κι αν ακούγεται στην αρχή, κρύβει μέσα της κάτι επικίνδυνα εύθραυστο:
«Δε θα φύγω ποτέ».
Τη λένε συνήθως με σιγουριά. Με εκείνο το βλέμμα που υπόσχεται σταθερότητα, διάρκεια, μια αιωνιότητα δύο ατόμων που –υποτίθεται– δε χωρίζεται ούτε με σεισμό. Κι όμως, αν παρατηρήσεις λίγο καλύτερα, αυτοί που το λένε πιο συχνά είναι συνήθως κι αυτοί που φεύγουν πρώτοι.
Όχι πάντα από κακία. Αλλά από φόβο.
Γιατί αυτή η πρόταση κρύβει δύο αρνήσεις: το «δεν» και το «ποτέ». Και κάπου εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Το μάθαμε και στο σχολείο: οι απόλυτες προτάσεις είναι ύποπτες. Όχι μόνο στη γραμματική, αλλά και στη ζωή. Όταν κάποιος μιλά με απόλυτα, συνήθως προσπαθεί να πείσει πρώτα τον εαυτό του.
«Δε θα φύγω ποτέ». (Λ)
«Ίσως να μη σου άξιζε». (Σ)
«Σ’ αγαπώ. Πολύ και πάντα». (Λ)
Αν αφαιρέσουμε από την πρόταση το «δεν» και το «ποτέ», τι μένει;
Μένει το μόνο πράγμα που είναι απολύτως αληθινό:
«Θα φύγω».
Και δεν είναι κυνισμός. Είναι γραμματική.
Οι άνθρωποι που αισθάνονται πραγματικά ασφαλείς σε μια σχέση σπάνια χρειάζεται να το διατυπώσουν. Δεν υπόσχονται αιωνιότητες, δε μιλούν με όρκους, δε δίνουν διαβεβαιώσεις σε χρόνο μέλλοντα. Μένουν. Απλά. Σήμερα. Τώρα. Όχι «πάντα».
Η αγάπη δεν αποδεικνύεται με το «ποτέ», αλλά με το «ακόμα».
Ακόμα είμαι εδώ.
Ακόμα προσπαθώ.
Ακόμα σε διαλέγω.
Υπάρχει κι ένα ακόμη μοτίβο που επαναλαμβάνεται σχεδόν ύπουλα. Το «δε θα φύγω ποτέ» δε λέγεται στις μεγάλες κρίσεις. Λέγεται στις ήσυχες στιγμές. Στον καναπέ. Σε μια αγκαλιά. Σε μια φάση που όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά. Εκεί που δε χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα— κι όμως, ειπώνεται.
Σαν να θέλει κάποιος να προλάβει κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμη. Να το ξορκίσει. Να το ακυρώσει πριν καν εμφανιστεί. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Γιατί οι άνθρωποι που μένουν πραγματικά, δε φοβούνται τη σιωπή. Δε νιώθουν την ανάγκη να γεμίσουν τον χρόνο με διαβεβαιώσεις. Αντέχουν να μην ξέρουν πώς θα είναι τα πράγματα σε έξι μήνες. Σε έναν χρόνο. Δεν υπόσχονται γιατί ξέρουν ότι οι υποσχέσεις έχουν ημερομηνία λήξης όταν δεν συνοδεύονται από πράξεις.
Αντίθετα, εκείνοι που λένε «δε θα φύγω ποτέ», συχνά παλεύουν με την ιδέα ότι ίσως φύγουν. Ότι ίσως κουραστούν. Ότι ίσως αλλάξουν. Κι επειδή αυτό το ενδεχόμενο τους τρομάζει, το πολεμούν με λέξεις. Με μεγάλες λέξεις. Με λέξεις που μοιάζουν σίγουρες, αλλά είναι φτιαγμένες από άμμο.
Στις σχέσεις, οι λέξεις δεν έχουν τόση σημασία όσο ο χρόνος που τις αντέχει. Δε σε κρατάει αυτός που είπε ότι δε θα φύγει. Σε κρατάει αυτός που έμεινε όταν ήταν δύσκολα. Όταν δεν ήσουν εύκολος. Όταν δεν ήσουν χαρούμενος. Όταν δεν ήσουν «όπως στην αρχή».
Και ίσως το πρόβλημα δεν είναι ότι φεύγουν. Το πρόβλημα είναι ότι μας έμαθαν να πιστεύουμε πως όποιος αγαπά, μένει για πάντα. Ενώ στην πραγματικότητα, όποιος αγαπά αληθινά, μένει όσο αντέχει να είναι ειλικρινής. Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να φεύγεις όταν δεν μπορείς πια να μείνεις χωρίς να προδίδεις τον εαυτό σου. Και υπάρχει κάτι βαθιά ανέντιμο στο να υπόσχεσαι «ποτέ», ενώ μέσα σου ξέρεις ότι το «ίσως» ήδη χτυπάει την πόρτα.
Να φοβάστε τους απόλυτους. Όχι γιατί είναι κακοί άνθρωποι, αλλά γιατί συνήθως δεν έχουν αφήσει χώρο για την αλήθεια. Η ζωή δε λειτουργεί με βεβαιότητες. Οι σχέσεις δεν αντέχουν τους όρκους αιωνιότητας. Αντέχουν τη συνέπεια.
Γιατί, αν το σκεφτείς καλά, το «δε θα φύγω ποτέ» δεν είναι υπόσχεση. Είναι φόβος μεταμφιεσμένος σε βεβαιότητα. Και οι φόβοι, όταν δεν τους κοιτάμε κατάματα, βρίσκουν πάντα τρόπο να μας προσπεράσουν.
Μην ψάχνεις λοιπόν για ανθρώπους που μιλούν σε αιώνες. Ψάξε αυτούς που αντέχουν τις μέρες. Που δε χρειάζονται μεγάλα λόγια για να μείνουν. Που δεν υπόσχονται «ποτέ», αλλά αποδεικνύουν το «σήμερα».
Γιατί τελικά, δε σε κρατάει αυτός που είπε ότι δε θα φύγει. Σε κρατάει αυτός που έμεινε — χωρίς να το υποσχεθεί.
