Στέλνεις ένα ρημάδι μήνυμα από αυτά τα απλά, τα καθημερινά και δεν το πολυσκέφτεσαι. Δύο λέξεις, μια πρόταση, κάτι χαλαρό. Το στέλνεις και συνεχίζεις τη μέρα σου. Στην αρχή δεν υπάρχει καμία ένταση. Το κινητό μένει δίπλα σου, αλλά δεν το κοιτάς με αγωνία. Δεν υπάρχει λόγος άλλωστε, είναι απλά ένα μήνυμα. Περνάει λίγη ώρα, μετά μερικές ώρες, μετά μια ολόκληρη μέρα. Εκεί κάπου το παρατηρείς, αλλά όχι έντονα. Σαν μια μικρή σημείωση στο πίσω μέρος του μυαλού σου: «δεν έχει απαντήσει ακόμα». Τη δεύτερη μέρα αρχίζεις να το πιάνεις πιο συνειδητά. Δεν έχει γίνει ακόμα θέμα, αλλά έχει μπει στη λίστα. Το θυμάσαι πού και πού. Ρίχνεις μια ματιά στο κινητό χωρίς ιδιαίτερο λόγο και λες μέσα σου «οκ, θα απαντήσει». Την τρίτη μέρα, όμως, κάτι αλλάζει. Δεν είναι πια απλά ένα μήνυμα. Είναι μια εκκρεμότητα και μαζί της αρχίζουν να εμφανίζονται όλα τα κλασικά σενάρια.
«Μήπως δεν το είδε;» (μωρέ, μια χαρά το είδε!)
«Μήπως είχε κάτι σοβαρό;» (Τρεις μέρες σοβαρό;)
«Μήπως να στείλω κάτι ακόμα;» (Όχι! Μην το κάνεις.)
Και εκεί, ακριβώς σε εκείνο το σημείο που πας να μπεις βαθύτερα στην ανάλυση, αξίζει να κάνεις μια παύση και να θυμηθείς κάτι τελείως άκυρο, αλλά απίστευτα χρήσιμο: η ληστεία στο Λούβρο πήρε μόνο 7 λεπτά. Επτά λεπτά! Ακούς;
Δηλαδή, μέσα σε 7 λεπτά κάποιοι μπήκαν, έκαναν αυτό που είχαν να κάνουν σε ένα από τα διασημότερα μουσεία του κόσμου και εξαφανίστηκαν. Δεν είπαν «θα το αφήσουμε για αύριο». Δεν το ανέβαλαν. Δεν το σκέφτηκαν τρεις μέρες! Απλά το έκαναν, και γρήγορα μάλιστα.
Και βρίσκεσαι στην τρίτη μέρα και περιμένεις μια απάντηση που θα μπορούσε να είχε σταλεί σε λιγότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται να ξεκλειδώσεις το κινητό σου.
Δεν είναι θέμα χρόνου. Αυτό είναι το σημείο που αλλάζει όλη την οπτική. Ο χρόνος υπάρχει. Πάντα υπήρχε. Αυτό που δεν υπάρχει πάντα είναι η πρόθεση. Γιατί όταν κάποιος θέλει να απαντήσει, απαντάει. Όχι επειδή έχει άπλετο χρόνο, αλλά επειδή βρίσκει χρόνο. Ανάμεσα σε δουλειές, σε μετακινήσεις, σε οτιδήποτε. Το κάνει γιατί του βγαίνει. Όταν δεν του βγαίνει, τότε ξεκινάνε οι καθυστερήσεις που βαφτίζονται «δεν πρόλαβα».
Και εκεί είναι που μπερδεύεσαι, γιατί προσπαθείς να εξηγήσεις κάτι που στην πραγματικότητα είναι πολύ απλό. Δεν χρειάζεται εξήγηση. Χρειάζεται παρατήρηση. Τρεις μέρες χωρίς απάντηση δεν είναι καθυστέρηση. Είναι στάση. Είναι επιλογή. Είναι απάντηση! Μπορεί να μην είναι κακή πρόθεση, μπορεί να μην έχει δράμα, αλλά είναι ξεκάθαρο.
Το ερώτημα είναι «τι κάνεις με αυτό;». Αν κάτσεις και περιμένεις, απλά παρατείνεις κάτι που έχει ήδη απαντηθεί με τη σιωπή. Αν αρχίσεις να στέλνεις δεύτερα μηνύματα, το μόνο που κάνεις είναι να μετατρέπεις μια απλή κατάσταση σε άβολη. Αντίθετα, μπορείς να το δεις αλλιώς. Σαν μια πολύ πρακτική πληροφορία. Κάποιος που θέλει να είναι παρών, είναι. Δεν χρειάζεται να τον ψάχνεις, δεν χρειάζεται να τον υπενθυμίζεις.
Και κάπου εκεί, χωρίς φασαρία, αλλάζει και η στάση σου. Αφήνεις το μήνυμα εκεί που είναι και σταματάς να επιστρέφεις σε αυτό. Απλά συνεχίζεις, γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν είναι το μήνυμα που έχει σημασία, αλλά ο χρόνος που του έδωσες. Και ο χρόνος σου αξίζει κάτι καλύτερο από τρεις μέρες σιωπής για μια απάντηση των δέκα δευτερολέπτων.
Την επόμενη φορά που θα βρεθείς σε αναμονή, θυμήσου: Στο Λούβρο χρειάστηκαν 7 λεπτά για να δράσουν. Ό,τι τραβάει 3 μέρες, απλά δε βιάζεται για σένα!
