Πόσες φορές έχουμε βρεθεί σε μια παρέα όπου γίνεται έντονη συζήτηση για ένα θέμα που το γνωρίζεις πολύ καλά, αλλά εσύ δεν έχεις καμία όρεξη να μπεις στη διαδικασία να εξηγήσεις, να αναλύσεις και να πεις την άποψή σου; Αν όχι πολλές, αρκετές, θεωρώ!

Κάθεσαι εκεί, ακούς ανακρίβειες και πληροφορίες που δεν ισχύουν, συμπεράσματα στον αέρα, και ξέρεις ότι αν ανοίξεις το στόμα σου, η κουβέντα μπορεί να πάει αλλού. Ξέρεις ότι έχεις κάτι ουσιαστικό να προσθέσεις. Αλλά την ίδια στιγμή βαριέσαι, και βαριέσαι πολύ-πολύ να μπεις σε αυτή τη διαδικασία.

Τους ακούς να επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τα δικά τους. Μερικές φορές, μάλιστα, με ένταση, με εκείνη τη φόρα που δεν αφήνει πολύ χώρο για πραγματικό διάλογο. Εκεί είναι που καταλαβαίνεις ότι δε γίνεται συζήτηση, αλλά προσπάθεια να σε πείσουν ή απλώς να ακουστούν. Μόνο που εδώ υπάρχει μια βασική λεπτομέρεια που συχνά ξεχνάμε: σε ζητήματα απόψεων δεν υπάρχει απόλυτο σωστό και λάθος. Εγώ μπορεί να το βλέπω από δεξιά, εσύ από αριστερά. Εγώ από πάνω, εσύ από κάτω. Η εικόνα αλλάζει ανάλογα με τη θέση, με τον τρόπο που μεγάλωσες, με τις συνθήκες και με πολλά άλλα.

Οπότε αναρωτιέσαι: γιατί να προσπαθείς να με πείσεις;

Είναι άλλο να έχεις επιχειρήματα. Να εξηγήσεις πώς σκέφτεσαι, τι σε οδήγησε εκεί, ποια είναι η λογική σου. Να πεις «το βλέπω έτσι γιατί αυτό, αυτό και αυτό». Αυτό είναι διάλογος. Είναι ανταλλαγή απόψεων και γνώσεων. Και άλλο να προσπαθείς να με πείσεις, λες και η διαφωνία είναι πρόβλημα που πρέπει οπωσδήποτε να λυθεί. Από πότε είναι κακό να έχουμε διαφορετικές απόψεις;

Με εκείνα και με τα άλλα, επιλέγεις να μείνεις αμέτοχος. Όχι γιατί δεν έχεις άποψη, αλλά γιατί δε θέλεις να μπεις σε έναν διάλογο που ξέρεις από πριν ότι δεν θα οδηγήσει πουθενά. Και κάπου εκεί αρχίζουν οι ταμπέλες για σένα: «Δεν έχει γνώμη, είναι ανάλατος, άβουλος, δεν μιλάει, δεν έχει τι να πει». Επειδή η σιωπή, για πολλούς, μεταφράζεται σε κενό. Αν δεν μιλάς, θεωρούν ότι δεν έχεις τι να πεις. Κανείς δεν σκέφτεται ότι μπορεί απλώς να έχεις κουραστεί να λες τα ίδια και τα ίδια σε ανθρώπους που, στην πραγματικότητα, δεν ακούνε. Περιμένουν απλώς τη σειρά τους να ξαναμιλήσουν.

Δεν το βλέπεις καν σαν πρόβλημα. Είναι η διαπίστωση που έχεις κάνει. Μια αποδοχή του πώς λειτουργούν πολλές παρέες. Γιατί δεν είναι όλοι φίλοι σου· είναι γνωστοί, φίλοι φίλων, συγγενείς, άνθρωποι που απλώς έτυχε να βρεθείτε στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια έξοδο, στην ίδια συζήτηση.

Φτάνει η ώρα να φύγεις από εκεί με εκείνη τη σκέψη: Ήμουν εκεί, αλλά δεν αντάλλαξα πραγματική κουβέντα με κανέναν.

Ώσπου έρχεται το βράδυ ή εκείνη η στιγμή στο μπάνιο που οι σκέψεις μπαίνουν σε σειρά. Αναρωτιέσαι: «Σήμερα εγώ τι έκανα;» Βρέθηκα σε μια παρέα, ήπια έναν καφέ, ένα ποτό, έφαγα με πέντε, δέκα, δεκαπέντε ανθρώπους και, ενώ μιλούσαμε, στην ουσία δεν μιλούσαμε.

Κάποιες φορές εκνευρίζεσαι και με τον εαυτό σου. Γιατί δεν είπες την άποψή σου; Αφού ήξερες. Είχες εμπειρία. Είχες τεκμηριωμένη απάντηση. Και μετά έρχεται η δεύτερη σκέψη σου: δεν μίλησες γιατί δε θα έβγαζε πουθενά. Οι άλλοι δεν ήταν έτοιμοι να ακούσουν. Ίσως δεν ήθελαν καν να ακούσουν. Ήθελαν απλώς να μιλήσουν. Κάπως έτσι καταλήγεις να μη μιλάς. Παρόλο που σου αρέσει η συζήτηση. Σου αρέσει να μιλάς, να ανταλλάσσεις απόψεις, να ανοίγουν σκέψεις, να γεννιούνται νέες. Αλλά όχι έτσι. Όχι με ανθρώπους που δεν ακούν ή με ανθρώπους που, απλώς εκείνη τη μέρα, δεν ήταν σε θέση να ακούσουν.

Γιατί η σιωπή, καμιά φορά, δεν είναι ο χαρακτήρας σου· είναι η άμυνά σου, ώστε να προστατευτείς.

Συντάκτης: Παναγιώτα Γκογκομήτρου