Ήρθε η στιγμή να ξεκινήσεις να φτιάχνεις το βιογραφικό σου και σιγά σιγά να στέλνεις μέιλ σε εταιρείες. Βλέπεις τη θέση των ονείρων σου, είσαι ενθουσιασμένος και λες «τέλεια, ήρθε η στιγμή μου, στη συνέντευξη πρέπει να τα δώσω όλα». Κοιμάσαι και ξυπνάς σκεπτόμενος αυτή τη θέση. Σε φαντάζεσαι να δουλεύεις εκεί και να διαπρέπεις.

Έρχεται η στιγμή της συνέντευξης, τα δίνεις όλα για όλα. Μετά από λίγο καιρό σε ενημερώνουν ότι έχεις πάρει τη θέση. Βγαίνεις να το γιορτάσεις και οριακά κερνάς όλο το μαγαζί, η χαρά σου δεν περιγράφεται. Έχεις τόσο άγχος αλλά και τόση ανυπομονησία ταυτόχρονα για την πρώτη μέρα στη νέα δουλειά.

Ο καιρός περνάει και νομίζεις ότι είναι το dream job σου. Έλα όμως που δεν είσαι.

Τον πρώτο χρόνο όλα μοιάζουν μαγικά, σε ανεβάζουν, σου δίνουν ένα πρότζεκτ, δείχνουν ότι σε εμπιστεύονται και αυτό σε κάνει να νιώθεις ολοένα και πιο ολοκληρωμένος για τη δουλειά αυτή. Τον δεύτερο χρόνο όμως, σιγά σιγά αρχίζουν να φαίνονται όλα τα θέματα που έχει η διοίκηση. Στην αρχή δε θες να το πιστέψεις, λες «μα εμείς έχουμε χτίσει τόσο καλή σχέση, μα εγώ έχω δώσει τα πάντα εδώ μέσα. Δουλεύω συνεχώς σαν να είναι δική μου δουλειά, όχι μόνο στα ωράρια, γιατί καμιά φορά δεν είναι τα ωράρια, αλλά και στο μυαλό και σε όλα τα υπόλοιπα, παθιάζομαι σαν να κάνω κάτι δικό μου».

Αρχίζεις και πηγαίνεις στη δουλειά με κακή διάθεση, ξυπνάς το πρωί και λες «όχι πάλι». Δε σου φταίνε οι συνάδελφοί σου, αλλά ταυτόχρονα σου φταίνε. Είναι αυτό το συναίσθημα που δε θες να τους βλέπεις, ξέροντας ότι δεν έχουν κάνει κάτι. Βέβαια μέσα σου λες και ξαναλές ότι φταίνε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, γιατί δεν έχουν κάνει κάτι, ενώ βλέπουν την κατάσταση, βλέπουν ότι δεν τους αρέσει τίποτα και ότι όλα έχουν αλλάξει, συνεχίζουν και υπομένουν. Ο καθένας όμως για τους δικούς του λόγους και αυτό είναι σεβαστό – ας είμαστε ειλικρινείς.

Ωστόσο εσύ δεν μπορείς να υπομείνεις τίποτα άλλο. Μετά από πάρα πολλή σκέψη και ατελείωτες ώρες ψυχανάλυσης και με τους φίλους σου και με τον ψυχοθεραπευτή σου, αποφασίζεις να παραιτηθείς. Αυτός ο κύκλος έχει κλείσει για εσένα και ήδη το έχεις τραβήξει από τα μαλλιά και το ξέρεις. Σκέφτεσαι συνεχώς τι παιχνίδια σου παίζει η ζωή. Πριν 2-3 χρόνια ήταν το ιδεατό, η θέση των ονείρων σου και τώρα περιμένεις πώς και πώς να μην ξαναπατήσεις εκεί το πόδι σου. Να φύγεις και να μην ξαναπεράσεις ούτε απ’ έξω, να φύγεις και να μην ξαναμιλήσεις γι’ αυτούς. Να είναι όλοι καλά αλλά εσύ να είσαι μακριά τους. Ο λόγος δεν είναι συγκεκριμένος. Ούτε εσύ τον ξέρεις ακριβώς. Είναι όλα αυτά που λίγο-λίγο κάθε μέρα σε απομακρύνουν και σε παγώνουν μέσα σου.

Δεν είναι αδυναμία να ξέρεις ότι δεν ανήκεις κάπου και να φεύγεις. Ίσα ίσα είναι δύναμη, διότι πρέπει πάλι να πατήσεις τα πόδια σου και να πας κάπου που δε σε ξέρουν και δεν τους ξέρεις και πρέπει πάλι από την αρχή να αποδείξεις ποιος/ποια είσαι επαγγελματικά.

Όταν κάτι δε σου ταιριάζει πλέον, δεν είναι κακό να το αφήνεις πίσω σου. Σίγουρα πήρες και έδωσες πράγματα εκεί που ήσουν, αλλά μη βάζεις τον εγωισμό σου πάνω από την ψυχική σου υγεία. Ας τα βρει έτοιμα ο επόμενος, δεν πρέπει να σε αφορά αυτό τώρα. Το μόνο που πρέπει να δεις είναι πώς θα είσαι εσύ καλά. Γιατί καμιά δουλειά δεν αξίζει περισσότερο από την ψυχική σου ηρεμία. Και καμία “θέση ονείρου” δεν αξίζει αν δεν μπορείς να κοιμάσαι ήρεμος το βράδυ.

Συντάκτης: Παναγιώτα Γκογκομήτρου