Υπάρχει μια στιγμή μετά τη γέννα, όχι απαραίτητα αμέσως, αλλά κάπου ανάμεσα στα άπλυτα μπιμπερό και τις αϋπνίες που κοιτάς τον καθρέφτη και σκέφτεσαι: Ποια είμαι τώρα; Όχι με πανικό αλλά μεε απορία. Σαν να έχεις αλλάξει πόλη χωρίς να αλλάξεις όνομα. Η μητρότητα δεν σου κλέβει την ταυτότητα, απλώς τη μετακινεί. Κι αυτό είναι κάτι που σπάνια μας εξηγούν.

Μας λένε ότι γίνεσαι μητέρα. Δεν μας λένε ότι, ταυτόχρονα, πρέπει να ξαναγνωρίσεις τη γυναίκα που ήσουν. Εκείνη που είχε επιθυμίες, φιλοδοξίες, σώμα, ερωτισμό, φιλίες, ανάγκη για μοναχικότητα. Εκείνη που δεν ορίζεται μόνο από το “μαμά”. Και κάπου εκεί ξεκινά το μεγάλο δίλημμα: πρέπει να διαλέξω; Να είμαι καλή μητέρα ή ο εαυτός μου; Να δίνω τα πάντα στο παιδί ή να κρατήσω κάτι για μένα; Να θυσιάσω ή να εξελιχθώ; Η αλήθεια πίσω από αυτά τα ερωτήματα: Αυτό το δίλημμα είναι ψευδές.

Γιατί η μητρότητα δεν είναι αντικατάσταση. Είναι προσθήκη.

Η κοινωνία αγαπά τις ταμπέλες. “Μαμά”. Τόσο καθαρή, τόσο απόλυτη. Και τόσο περιοριστική. Γιατί πίσω από αυτή τη λέξη χωράνε δεκάδες εκδοχές: η γυναίκα που εργάζεται, που φλερτάρει, που βαριέται, που κουράζεται, που θέλει να εξαφανιστεί για ένα σαββατοκύριακο χωρίς ενοχές. Κι όμως, πολλές γυναίκες νιώθουν ενοχή ακόμη και στη σκέψη ότι δεν θέλουν να είναι μόνο μαμάδες. Λες και η αγάπη μετριέται με αυτοακύρωση. Αλλά κανένα παιδί δεν κέρδισε κάτι από μια μητέρα που εξαφανίστηκε μέσα στον ρόλο της. Η ταυτότητα μετά τη μητρότητα δεν θα έπρεπε να χάνεται, αλλά να αναδομείται. Όπως ένα διαμέρισμα που ανακαινίζεται: οι τοίχοι μπορεί να αλλάζουν, αλλά τα θεμέλια είναι ακόμη εκεί. Και αν κάτι χρειάζεται περισσότερη φροντίδα, αυτό είναι η σύνδεση με τον εαυτό σου πριν χαθείς τελείως μέσα στη ρουτίνα του “πρέπει”.

Το σώμα αλλάζει. Το πρόγραμμα αλλάζει. Οι προτεραιότητες μετακινούνται. Αλλά η επιθυμία να νιώθεις γυναίκα δεν εξαφανίζεται. Απλώς σιωπά, περιμένοντας να της δώσεις ξανά χώρο. Κι εδώ είναι το σημείο που κανείς δεν σου λέει: το να επιλέγεις τον εαυτό σου δεν είναι πράξη εγωισμού. Είναι πράξη επιβίωσης. Γιατί όταν μια γυναίκα καταπιέζει διαρκώς τις ανάγκες της, δεν γίνεται πιο δοτική. Γίνεται κουρασμένη. Σιωπηλά θυμωμένη. Και συχνά αποσυνδεδεμένη, όχι μόνο από τον σύντροφό της, αλλά και από το ίδιο της το παιδί. Το παράδειγμα που δίνεις δεν είναι ότι θυσιάζεσαι. Είναι ότι επιτρέπεις στον εαυτό σου να υπάρχει.

Το παιδί δεν χρειάζεται μια τέλεια μητέρα. Χρειάζεται μια αληθινή γυναίκα. Μια γυναίκα που δείχνει πως η αγάπη δεν ακυρώνει την ταυτότητα. Την εξελίσσει. Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι ποια ήσουν πριν τη μητρότητα και ποια είσαι μετά. Αλλά ποια γίνεσαι όταν σταματάς να νιώθεις ενοχές για το ότι θες και τα δύο. Γιατί δεν χρειάζεται να διαλέξεις ανάμεσα στο παιδί και τον εαυτό σου. Χρειάζεται απλώς να θυμηθείς ότι χωράς και εσύ στην ιστορία.

Συντάκτης: Κική Κ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη