Το φαινόμενο “good s#x, bad person” δεν είναι απλώς μια κακή επιλογή· είναι μια ολόκληρη εσωτερική διαπραγμάτευση. Είναι το σημείο όπου το σώμα και το μυαλό σταματούν να μιλάνε την ίδια γλώσσα. Το σώμα λέει «εδώ περνάμε », το μυαλό ψιθυρίζει «κάτι δεν κολλάει», κι εμείς αποφασίζουμε να ακούσουμε αυτό που φωνάζει πιο δυνατά.
Γιατί το καλό σ#ξ δεν είναι απλώς καλό. Είναι εκρηκτικό. Σε βγάζει από το κεφάλι σου, σε προσγειώνει στο παρόν, σου θυμίζει πώς είναι να θέλεις και να σε θέλουν. Και σε έναν κόσμο που είμαστε μονίμως κουρασμένοι, αποσυνδεδεμένοι και συναισθηματικά overstimulated, αυτή η αίσθηση μοιάζει σχεδόν σωτήρια. Σαν απόδειξη ότι κάτι λειτουργεί σωστά.
Κι έτσι αρχίζει το επικίνδυνο μπέρδεμα. Αρχίζουμε να αποδίδουμε στο σ#ξ ιδιότητες που δεν του ανήκουν. Το κάνουμε ένδειξη χαρακτήρα. Το μεταφράζουμε σε σύνδεση. Το βαφτίζουμε δυναμική. Και σιγά σιγά, ο άνθρωπος απέναντι παύει να αξιολογείται ως σύνολο. Αξιολογείται μόνο στο κρεβάτι. Όλα τα υπόλοιπα μπαίνουν σε παρένθεση.
Το “bad person” εδώ δε σημαίνει πάντα κακός με την κλασική έννοια. Συχνά σημαίνει συναισθηματικά απόντας, αναξιόπιστος, χειριστικός, εγωκεντρικός. Κάποιος που δε σε συναντά εκεί που είσαι, αλλά εμφανίζεται μόνο όταν τον βολεύει. Κι εσύ, αντί να φύγεις, μένεις. Γιατί κάθε φορά που είστε μαζί, όλα σβήνουν. Μέχρι να ντυθείτε.
Υπάρχει κι ένας πιο ύπουλος μηχανισμός εδώ: το καλό σ#ξ δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει κάτι που χτίζεται. Ότι αν το αφήσεις λίγο ακόμα, αν δείξεις κατανόηση, αν κάνεις υπομονή, κάποια στιγμή θα «δέσει». Στην πραγματικότητα, όμως, δεν χτίζεται τίποτα. Απλώς επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή με διαφορετικό φωτισμό.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στην ανοχή. Στο να κατεβάζεις τον πήχη. Στο να εξηγείς συμπεριφορές που δε σου ταιριάζουν. Στο να λες «δεν ζητάω πολλά», ενώ μέσα σου ζητάς τα βασικά. Το σεξ γίνεται το αντάλλαγμα για όλα όσα δεν παίρνεις. Και αυτό, όσο κι αν φαίνεται ακίνδυνο στην αρχή, είναι εξαντλητικό.
Το “good sex, bad person” τελειώνει συνήθως αθόρυβα. Και τελειώνει τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν νιώθεις πια ανυπομονησία, αλλά ένταση. Ότι δεν περιμένεις την επόμενη φορά με χαρά, αλλά με ένα βάρος στο στομάχι. Ότι το σεξ παραμένει καλό, αλλά εσύ μικραίνεις.
Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό και καθόλου ρομαντικό: το σώμα σου πέρασε καλά, αλλά εσύ δεν είσαι καλά. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το σεξ μπορεί να είναι έντονο, παθιασμένο, αξέχαστο. Αλλά δεν μπορεί να σε κρατήσει όρθιο. Δεν μπορεί να σε φροντίσει. Δεν μπορεί να σου προσφέρει ασφάλεια. Αυτά δεν τα κάνει η χημεία. Τα κάνει ο άνθρωπος. Και ίσως η πραγματική ωριμότητα δεν είναι να αρνηθείς την επιθυμία σου, αλλά να της βάλεις όρια. Να πεις: ναι, περνάω καλά μαζί σου — αλλά δεν μου αρκεί. Να καταλάβεις ότι δεν είναι πολυτέλεια να θες και καλό σεξ και καλό άνθρωπο. Είναι το φυσιολογικό.
Γιατί αν μείνεις αρκετά σε μια κατάσταση που σε κρατά μόνο με ένταση, κάποια στιγμή θα ξεχάσεις πώς είναι να σε διαλέγουν ολόκληρο.
Και τότε, όσο καλό κι αν είναι το σεξ, το τίμημα θα είναι πολύ μεγαλύτερο από την απόλαυση.