Πώς σε βρήκε εκείνη η μέρα που δεν πρόκειται να ξεχάσεις ποτέ; Η μέρα που θυμάσαι τα πάντα με λεπτομέρειες; Η μέρα που έχει χαραχτεί μέσα σου για πάντα; Η μέρα που άντεξες να κουβαλήσεις το σώμα σου και το μυαλό σου για να τα σώσεις, για να τα βοηθήσεις να δουν κάτι άλλο πέρα από αυτό το γκρι που έβλεπες τόσο καιρό.
Η μέρα που μπήκες στον ζεστό χώρο του γραφείου του ψυχολόγου αλλά ένιωθες τόσο κρύο, τόσο μούδιασμα μέσα σου. Ένα ρίγος που δεν μπορούσες να το αντιμετωπίσεις, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα για να ζεσταθείς. Πόσα τσιγάρα έκανες πριν μπεις μέσα για να μιλήσεις; Πόσες βαθιές ανάσες πήρες για να μπορείς να ανοιχτείς για όσα σε πονάνε, για όσα σε βαραίνουν, για όσα δεν ξέρει κανένας; Τα καταφέρνεις τελικά και μπαίνεις και τα λες. Τα λες όλα, όλα όσα δεν είπες ποτέ σε κανέναν, και κλαις τόσο δυνατά, κλαις τόσο που δεν μπορείς καν να πάρεις ανάσα, γιατί εκείνη τη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που τα λες δυνατά, καταλαβαίνεις ακριβώς τι έχεις περάσει, τι έχεις ζήσει.
Και περνάς άπειρα λεπτά να ανοίγεσαι, να τα λες όλα, και ο ψυχολόγος εκεί σε ακούει, σκέφτεται, σε προσέχει, σημειώνει, γράφει, σου στέκεται με έναν τρόπο τόσο διαφορετικό αλλά τόσο προστατευτικό. Όμως η στιγμή που μιλάς κάπου σταματάει και έρχεται η στιγμή που πρέπει να ακούσεις, να ακούσεις κάτι που ήξερες αλλά δεν ήθελες να παραδεχτείς γιατί φοβόσουν: η στιγμή της διάγνωσης.
Η στιγμή που γκρεμίζει προσωρινά το ήδη γκρεμισμένο μέσα σου, η στιγμή που καταλαβαίνεις πως όλα θα αλλάξουν, θα πρέπει να μάθεις να ζεις αλλιώς, να λειτουργείς αλλιώς, θα σου φέρονται αλλιώς, θα σε βλέπουν αλλιώς.
Βγαίνεις από το γραφείο με ανάσα κομμένη, με φωνή τρεμάμενη, με πόδια κομμένα. Το σώμα και το μυαλό σου δεν μπορούν να συνεργαστούν. Θες να φωνάξεις, να κλάψεις, να νιώσεις τα πάντα εκείνη τη στιγμή και, παράλληλα, να σταματήσεις να νιώθεις το παραμικρό.
Όσο περνούν οι ώρες, τόσο πιο δύσκολο σου φαίνεται, τόσο πιο πολύ σε πονάει, σε καίει μέσα σου, σε κάνει να σκέφτεσαι και να γυρνάς στο κρεβάτι σαν σβούρα, να κάνεις το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, να ξεσπάς σε κλάματα και να προσπαθείς να δεχτείς τη νέα πραγματικότητα, που, οκέι, την ήξερες , απλώς πλέον πήρες και την επιβεβαίωση.
Και οι μέρες περνάνε και ο καιρός κυλάει και εσύ έχεις μπει σε έναν νέο κύκλο.
Έναν κύκλο με πάρα πολλές συνεδρίες, με πάρα πολλή ψυχοθεραπεία, φάρμακα που σε ηρεμούν και σε αλλάζουν, συμπεριφορές των γύρω σου που αλλάζουν, σταθερά ραντεβού με την ψυχολόγο μια φορά την εβδομάδα και σταθερά βήματα προς την θεραπεία. Αλλά εσύ δεν ξεχνάς ποτέ τη μέρα της διάγνωσης, τη μέρα που σε έκανε να πεις ότι θα το νικήσεις, θα παλέψεις με θεούς και δαίμονες, γιατί δεν έμαθες ποτέ να χάνεις και δεν θα χάσεις ούτε τώρα.
Μπορεί εκείνη η μέρα να ήταν εφιαλτική, μπορεί να σε τσάκισε, αλλά σε έκανε τόσο δυνατό, τόσο ατρόμητο και γενναίο.
Και να που ο καιρός περνάει και εσύ ανθίζεις όλο και πιο πολύ, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο όμορφα, και οι επιλογές σου πλέον είναι τόσο υγιείς, τόσο συνειδητές, τόσο ώριμες, μιας και θεραπεύεσαι και γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Γίνεσαι σταθερά χαρούμενος και γεμάτος και κουβαλάς το τραύμα σου με τόση αγάπη και προσοχή, όπως κουβαλάς τη μέρα της διάγνωσης, αλλά και με λίγο κλάμα γιατί σε άλλαξε μια για πάντα.
Κοιτάς πίσω ξαφνικά και βλέπεις πως σιγά σιγά κερδίζεις, πως σιγά σιγά τα καταφέρνεις και πως έκανες το μεγαλύτερο δώρο στον εαυτό σου όταν αποφάσισες να ανοιχτείς σε αυτόν τον θεραπευτή και έκανες την ψυχοθεραπεία κομμάτι της ζωής σου και της καθημερινότητάς σου. Έγινε ανάγκη, έγινε η γάζα που επουλώνει την πληγή. Την πληγή που, όσο και αν επουλωθεί, όμως πάντα θα σε γυρνάει σε εκείνη τη μέρα, τη μέρα της διάγνωσής σου, μόνο που αυτή τη φορά θα είναι χωρίς τόσο πόνο (σίγουρα όμως θα σε πονάει πάντα). Θα είναι η πιο όμορφη-άσχημη σου μέρα, η μέρα της διάγνωσής σου.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
