Υπάρχει μια ιδιαίτερη ειρωνεία όταν κάποιος που έχει καταδικαστεί για δύο απόπειρες βιασμού επιλέγει να κοιτάξει την κάμερα και να πει: «Να είστε καλά, το ξέρω ότι χαίρεστε».
Ο Πέτρος Φιλιππίδης βρέθηκε ξανά σε θεατρική έξοδο, αυτή τη φορά στο Θέατρο Άνεσις για να παρακολουθήσει τον γιο του, Δημήτρη Φιλιππίδη, στην παράσταση «Οι βλαβερές συνέπειες του γάμου», όπου συμπρωταγωνιστεί με τον Γιάννη Μπέζο. Στις ερωτήσεις δημοσιογράφου της εκπομπής Super Κατερίνα, η απάντησή του ήταν λιτή αλλά φορτισμένη: «Είμαι μια χαρά… το ξέρω ότι χαίρεστε».
Το «χαίρεστε» δεν ήταν τυχαίο. Ήταν υπαινιγμός. Ήταν ένα βλέμμα προς τα μέσα ενημέρωσης με την κατηγορία ότι απολαμβάνουν την πτώση του. Μια ρητορική που έχει επαναληφθεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια της πολύκροτης δίκης του: ότι τα μέσα συνέβαλαν στην «εκθρόνισή» του, ότι συμμετείχαν σε μια μορφή ανθρωποφαγίας. Μόνο που εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα αφήγησης.
Στις 15 Ιουλίου, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών τον έκρινε ένοχο για δύο απόπειρες βιασμού και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών με τριετή αναστολή. Η μία υπόθεση αφορούσε περιστατικό το 2010 στο καμαρίνι του στο Θέατρο Μουσούρη. Η δεύτερη, απόπειρα βιασμού το 2014 μέσα στο αυτοκίνητό του, σε δρόμο του Παλαιού Ψυχικού. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του για αναγνώριση ελαφρυντικών, παρά το σχετικό αίτημα του συνηγόρου του, Μιχάλης Δημητρακόπουλος. Ο ίδιος έχει προσφύγει στον Άρειο Πάγο.
Οι αποφάσεις αυτές δεν προέκυψαν από τηλεοπτικά πάνελ. Προέκυψαν από δικαστική κρίση. Με καταθέσεις, διαδικασία, αποδεικτικό υλικό και ετυμηγορία. Κι όμως, κάθε δημόσια εμφάνιση συνοδεύεται από μια προσπάθεια μετατόπισης του κάδρου: από το «τι συνέβη» στο «πώς μου φέρονται». Από τις πράξεις, στη δημοσιότητα. Από τη δικαστική απόφαση, στην ενόχληση για τις ερωτήσεις.
Λίγες ημέρες πριν, σε άλλη έξοδο, αυτή τη φορά στο θέατρο Ακροπόλ για την παράσταση «Hotel Amour», σε ερώτηση δημοσιογράφου της εκπομπής Breakfast@Star απάντησε «είσαι καλά παιδί μου;» και απομακρύνθηκε εμφανώς δυσαρεστημένος.
Η ειρωνεία είναι διπλή. Από τη μία, τα μέσα κατηγορούνται ότι «χαίρονται». Από την άλλη, η παρουσία τους αντιμετωπίζεται ως παρενόχληση, σαν να μην πρόκειται για έναν άνθρωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιστορικής υπόθεσης για τον ελληνικό χώρο του θεάτρου. Το αφήγημα της «ανθρωποφαγίας», φυσικά, είναι βολικό. Μετατρέπει τον κατηγορούμενο σε θύμα υπερβολής. Συσπειρώνει. Θολώνει. Όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπήρξε καταδίκη. Ότι δύο γυναίκες κατήγγειλαν απόπειρες βιασμού και ένα δικαστήριο τις έκρινε αξιόπιστες.
Αν υπάρχει λοιπόν κάτι που «χαίρεται» σε τέτοιες υποθέσεις, δεν είναι τα μέσα. Είναι η διαφάνεια. Η δυνατότητα μιας κοινωνίας να βλέπει πώς αντιμετωπίζονται οι καταγγελίες για σεξουαλική βία. Να γνωρίζει ότι ακόμη και ισχυρά πρόσωπα λογοδοτούν. Και η ειρωνεία, τελικά, δε βαραίνει τους δημοσιογράφους που ρωτούν «πώς είστε;». Βαραίνει την ιδέα ότι η κριτική και η κάλυψη μιας καταδικαστικής απόφασης (πρέπει να) ισοδυναμούν με χαρά.