Νέα εσωτερική σύγκρουση πυροδοτείται στον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών, με τον αντιπρόεδρο Παύλος Ασλανίδης να ζητά εκ νέου την παραίτηση της Μαρία Καρυστιανού από την προεδρία, στον απόηχο της απόφασής της να προχωρήσει στη δημιουργία πολιτικού φορέα. Όπως τόνισε, κανένας από τους συγγενείς δεν στηρίζει τα πολιτικά της βήματα, κάνοντας λόγο για ηθικό και θεσμικό ασυμβίβαστο.
Μιλώντας στο ραδιόφωνο Παραπολιτικά 90.1, ο κ. Ασλανίδης ξεκαθάρισε ότι η παραίτηση αναμενόταν από τη στιγμή που η κ. Καρυστιανού ανακοίνωσε τη δημιουργία κόμματος. Υπενθύμισε, μάλιστα, πως πριν από δύο εβδομάδες το Διοικητικό Συμβούλιο είχε εκδώσει ανακοίνωση, δηλώνοντας ότι δεν είχε καμία ενημέρωση για τις πολιτικές της κινήσεις. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «δεν κάναμε τον Σύλλογο για να κάνουμε κόμμα και πολιτικό φορέα».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Σύλλογος συστάθηκε αποκλειστικά για τη διεκδίκηση της αλήθειας γύρω από το έγκλημα των Τεμπών και όχι για κομματικούς σκοπούς. Τόνισε ότι, παρότι το έγκλημα είναι βαθιά πολιτικό, δεν μπορεί να επιτραπεί ο αγώνας των συγγενών να μετατραπεί σε εφαλτήριο προσωπικών φιλοδοξιών ή στρατηγικών εξουσίας. «Είμαστε απέναντι σε αυτό», δήλωσε με έμφαση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα της επερχόμενης επετείου των Τεμπών, υπογραμμίζοντας ότι από τη στιγμή που η κ. Καρυστιανού προχωρά στη σύσταση κόμματος, δεν μπορεί να έχει ρόλο ως πολιτικό πρόσωπο στις εκδηλώσεις μνήμης. Όπως διευκρίνισε, θα μπορεί να μιλήσει μόνο με την ιδιότητα της μητέρας-γονέα και όχι εκπροσωπώντας τον Σύλλογο.
Παράλληλα, διέψευσε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί στήριξής της από άλλους συγγενείς θυμάτων. Όπως ανέφερε, τόσο εντός όσο και εκτός Συλλόγου, κανένας από όσους έχουν μιλήσει δεν στηρίζει το συγκεκριμένο εγχείρημα. «Δεν είναι κανένας μαζί της σε αυτό», είπε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, ο κ. Ασλανίδης τόνισε ότι ο Σύλλογος θα συνεχίσει τον δρόμο του με μοναδικό στόχο την αποκάλυψη της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών για το έγκλημα των Τεμπών, μακριά από προσωπική προβολή και πολιτική εκμετάλλευση. «Μας ενδιαφέρει η δικαιοσύνη, όχι η εξουσία», κατέληξε.
Και κάπου εδώ, όσο κι αν κανείς κατανοεί τη θεσμική διάσταση της διαφωνίας, δεν μπορεί να μη σταθεί στη θλίψη που προκαλεί αυτή η εικόνα διάσπασης. Ένα κίνημα που γεννήθηκε μέσα από ανείπωτο πόνο, που κατάφερε να ενώσει την κοινωνία γύρω από ένα συλλογικό αίτημα για αλήθεια και δικαιοσύνη, σήμερα εμφανίζεται ραγισμένο εκ των έσω. Κι αυτό από μόνο του είναι ένα πλήγμα — όχι μόνο για τους ανθρώπους που το απαρτίζουν, αλλά και για τη δύναμη που είχε αποκτήσει. Γιατί όταν ένα τόσο ισχυρό, ηθικά φορτισμένο κίνημα αρχίζει να χωρίζεται σε στρατόπεδα, το βάρος δεν πέφτει μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στην υπόθεση που όλοι υπηρετούν.