Η νίκη δε μοιάζει πάντα με λύτρωση. Μερικές φορές, μοιάζει με μια σκηνή που δεν τελειώνει ποτέ — απλώς αλλάζει φόντο. Αυτό ακριβώς έζησε η Ιωάννα Τούνη, όταν λίγες ημέρες μετά τη δικαστική απόφαση για την υπόθεση revenge porn, βρέθηκε να γιορτάζει και τελικά να φεύγει ενώ δε θα έπρεπε να είναι αυτή που αποχωρεί.
Η influencer βγήκε σε νυχτερινό κέντρο για να γιορτάσει τη δικαίωσή της, μετά την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης που έκρινε ένοχους τους δύο κατηγορούμενους. Ο ένας καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης και ο δεύτερος σε τρία χρόνια με αναστολή, για παραβίαση προσωπικών δεδομένων με σκοπό βλάβη. Μια απόφαση που, θεωρητικά, θα έπρεπε να σηματοδοτεί το τέλος μιας τραυματικής διαδρομής.
Σύμφωνα με όσα η ίδια μοιράστηκε μέσω Instagram, ενώ διασκέδαζε με την παρέα της σε νυχτερινό κέντρο, αντιλήφθηκε ότι στο διπλανό τραπέζι βρισκόταν ένας από τους άντρες που είχαν καταδικαστεί πρωτόδικα σε τρία χρόνια φυλάκισης για τη δημοσιοποίηση του επίμαχου βίντεο. Η παρουσία του, στον ίδιο χώρο, λειτούργησε ως trigger.
«Ζήτησα πολλές φορές από τους υπεύθυνους να διώξουν αυτόν τον κακοποιό από δίπλα μου, πράγμα που δεν συνέβη ποτέ. Φυσικά, το μαγαζί δεν μας χωρούσε και τους δύο και αποχωρήσαμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η αντίδρασή της δεν σταμάτησε εκεί. Σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, προχώρησε στη δημοσιοποίηση φωτογραφίας του συγκεκριμένου ατόμου στα social media, μια κίνηση που άμεσα άνοιξε νέο κύκλο εξελίξεων. Ο καταδικασθείς κατέθεσε μήνυση εις βάρος της για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και συκοφαντική δυσφήμηση.
Οι εξελίξεις ήταν άμεσες. Όπως αποκάλυψε ο δικηγόρος της, Μιχάλης Δημητρακόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή «Καλύτερα δε Γίνεται», δυνάμεις της Ελληνική Αστυνομία βρίσκονται έξω από την κατοικία της influencer, προκειμένου να την οδηγήσουν στο τμήμα στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε και τη νομική διάσταση της υπόθεσης: «Πρέπει να υπάρχει άδεια της εισαγγελικής ή δικαστικής αρχής να γνωστοποιηθούν τα ονόματά τους και τα πρόσωπά τους. Με ρώτησε η κυρία Τούνη πριν ανεβάσει το βίντεο, η δική μου νομική συμβουλή ήταν στην παρούσα φάση, εφόσον δεν το επιτρέπει η εισαγγελική εντολή, ούτε το προβλέπει ο νόμος, να μη το κάνει. Δυστυχώς αυτά είναι τα δεδομένα».
Γιατί το να δικαιώνεσαι σε μια αίθουσα δικαστηρίου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι νιώθεις ασφαλής στην καθημερινότητά σου. Δεν σημαίνει ότι το τραύμα έχει «κλείσει» ή ότι μπορείς να συνυπάρξεις ψύχραιμα με τον άνθρωπο που το προκάλεσε. Αντίθετα, τέτοιες στιγμές — όπως μια τυχαία συνάντηση σε έναν χώρο διασκέδασης — μπορούν να λειτουργήσουν σαν επαναφορά του τραύματος. Η αντίδραση γίνεται πιο άμεση, πιο έντονη, πιο παρορμητική. Όχι γιατί δεν υπάρχει λογική, αλλά γιατί το συναίσθημα προηγείται.
Από τη μία πλευρά υπάρχει ο νόμος, με σαφή όρια και διαδικασίες. Από την άλλη, υπάρχει η ανθρώπινη ανάγκη για προστασία, για έλεγχο, για μια μορφή «δικαιοσύνης» που δεν περιορίζεται σε μια απόφαση και που στην τελική μοιλαζει και πάλι να προστατεύει τον θύτη. Η Ιωάννα Τούνη βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Ανάμεσα σε μια δικαίωση που δεν πρόλαβε να γίνει ανάσα και σε μια νέα εμπλοκή που αποδεικνύει ότι κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν εύκολα.