Σε μια συγκλονιστική εξομολόγηση, ο διάσημος καλλιτέχνης με σημαντική διεθνή αναγνώριση μοιράστηκε τις σκέψεις του κατά τη διάρκεια του 26ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. «Δυο φορές στη ζωή μου χρειάστηκε να απαντήσω θετικά σε κάτι, επειδή θα το μετάνιωνα στο ν3κροκρέβατό μου: Το πρώτο είναι η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και το άλλο είναι η Πίνα Μπάους, αυτά είναι θaνατικές καταδίκες»

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου έδωσε μια βαθιά και ουσιαστική εξομολόγηση το βράδυ της Τετάρτης, μετά την προβολή των ταινιών του “Nowhere (Director’s Cut)” και «Πρώτη ύλη», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, στο οποίο φέτος τιμήθηκε ως μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες. Ο Έλληνας καλλιτέχνης, που έχει καταξιωθεί στο εξωτερικό, μίλησε για την αρχή της καριέρας του, τα σημαντικά στάδια που διένυσε, τον πραγματικό αντίκτυπο της συμμετοχής του στη διοργάνωση της τελετής Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, καθώς και για την απόλυτα συνειδητή απόφασή του να μην κρύψει τη σ3ξουαλική του ταυτότητα.

 

Πηγή εικόνας: ProtoThema

 

«Το έσκασα από το σπίτι μου 18 χρονών, γιατί ήθελα να γίνω καλλιτέχνης, που ήταν η φύση μου, και γιατί ήθελα να είμαι ανοιχτά ομοφυλόφιλος άντρας, που είναι επίσης η φύση μου. Ήταν ζήτημα καθαρά προσωπικής αξιοπρέπειας. Έχω, επίσης, μια δυσκολία να με περιορίζουν. Από τη στιγμή που το έσκασα από το σπίτι μου και έγινα οικονομικά ανεξάρτητος, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δε θέλω να βρεθώ σε κανένα περιβάλλον που να χρειάζεται να πω ψέματα για το ποιος είμαι. Και τα πράγματα ήταν πιο εύκολα απ’ όσο νόμιζα. Εκτός από λίγο bullying σε κάποιες περιπτώσεις, δε συνάντησα κανένα ουσιαστικό πρόβλημα» δήλωσε αναφερόμενος στη σ3ξουαλική του ταυτότητα.

«Υπάρχουν γενιές και γενιές ανθρώπων που έρχονται -και με συγκινούν βαθύτατα- και μού εξηγούν ότι βοηθήθηκαν απ’ την ύπαρξη της εργασίας μου και της προσωπικότητάς μου ώστε να αποδεχτούν τον εαυτό τους και να φανταστούν ότι μια τέτοια ζωή μπορεί να συμβεί χωρίς ενοχή. Η δημοφιλία μου έφτασε στο απόγειό της, όταν την επόμενη της τελετής έναρξης έγινα ένα είδος εθνικού ήρωα. Αποφάσισα να τοποθετήσω την ενέργεια αυτής της, άχρηστης κατά τα άλλα, φήμης σε κάτι που θεώρησα χρήσιμο: Έδωσα την πρώτη συνέντευξη στο 10%, ένα περιοδικό της ομοφυλόφιλης κοινότητας. Σκέφτηκα ότι αν ψάχνει ένα παιδί στην επαρχία κάτι να του δώσει χαρά, θα νιώσει κάτι όμορφο αν αυτός που θεωρείται τώρα σταρ πανελλήνιας εμβέλειας θυμίσει ότι είναι ένας ανοιχτά ομοφυλόφιλος άνδρας».

Ωστόσο, σκοπός του ήταν να διευκρινίσει ότι δεν επιθυμούσε η δουλειά του να χαρακτηριστεί ως υποστηρικτική της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, ούτε καν να διδάσκει κάτι τέτοιο. «Δεν ήθελα ποτέ η δουλειά μου να χαρακτηριστεί ομοφυλόφιλη εργασία. Δεν ήθελα ποτέ η τέχνη μου να θεωρηθεί queer art. Ειδικά τώρα που είναι ιδιαίτερα της μόδας. Υπήρξα πάντοτε ανοιχτά και περήφανα ομοφυλόφιλος, δεν ήθελα όμως ποτέ να αναμείξω τον φυσικό ομοερωτισμό των έργων μου, με την παρεξήγηση ότι δουλεύω για ένα τμήμα της κοινωνίας, ενώ εγώ λαχταρώ να εργάζομαι για όλους τους συνανθρώπους μου».

Όσον αφορά τα δύο σημαντικά καλλιτεχνικά ορόσημα της πορείας του που έγιναν ευρέως γνωστά, δηλαδή τη διοργάνωση της Τελετής Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και τη συνεργασία του με την κορυφαία χορογράφο-χορεύτρια Πίνα Μπάους, αποκάλυψε ότι γι’ αυτόν λειτούργησαν περισσότερο ως βάρος κι αποπροσανατολιστικά παρά ως πραγματική κινητήρια δύναμη της καριέρας του. «Δυο φορές στη ζωή μου χρειάστηκε ν’ απαντήσω θετικά σε κάτι επειδή θα το μετάνιωνα στο ν3κροκρέβατό μου. Το πρώτο είναι η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και το άλλο είναι η Πίνα Μπάους. Αυτά είναι θανaτικές καταδίκες. Μου μιλάτε για την Πίνα Μπάους, ενώ έχω κάνει άλλα δεκαεπτά έργα. Κι όλοι οι Έλληνες μου λένε  «τι ωραία τα έργα σας, δε θα ξεχάσουμε ποτέ την Ολυμπιάδα». Αυτή είναι ευλογία μεν, καταδίκη δε».

Τέλος, ολοκλήρωσε τη συνέντευξή του λέγοντας ότι: «Προϋποθέτουν ότι μού άνοιξε τον δρόμο για τη διεθνή καριέρα που απολαμβάνω τώρα. Σας ρωτώ: ονομάστε μου έναν από τους καλλιτέχνες που έκαναν τελετή έναρξης. Το αντίθετο μάλιστα. Το παγκόσμιο σύστημα σύγχρονης τέχνης σνομπάρει οποιονδήποτε ασχολείται με τόσο εμπορικά θέματα. Δεν μπήκα σε αυτήν τη διαδικασία για να κάνω καριέρα. Δεν είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Πριν είκοσι χρόνια που συνέβη αυτό, αλλά και πριν από είκοσι τρία χρόνια, που μου έγινε η πρόταση, δεν είχε καμία σχέση ο κόσμος της βιομηχανίας του θεάματος με το σύστημα στο οποίο εγώ δούλευα. Εκείνος ο κόσμος χρειάζεται πάντα καλλιτέχνες για να κάνουν τη δουλειά, που είναι κανονική κρατική προπαγάνδα. Κάθε κράτος πουλάει τον πολιτισμό του, είναι μια ευκαιρία να κάνει ένα διαφημιστικό σποτ για το τι θέλει να είναι στον κόσμο. Απόλυτα θεμιτό, αλλά είναι μόνο αυτό. Αυτή τη δουλειά μπορεί να την κάνει μόνο καλλιτέχνης, αλλά τέχνη δεν είναι».

Πηγή εικόνας: Onassis Stegi