Ας το πάρουμε από την αρχή. Δεν είναι καμία «αποψούλα που παρερμηνεύτηκε». Είναι ένα ξεκάθαρο, παλιομοδίτικο και βαθιά προβληματικό body shaming, ειπωμένο δημόσια, με άνεση και χωρίς ίχνος επίγνωσης. Κι έχοντας πει αυτά, συνεχίζουμε.
Η Marseaux ανέβηκε στη σκηνή του ελληνικού ημιτελικού της Eurovision με το κομμάτι της «Χάνομαι». Ξυπόλητη. Με λευκό ρούχο με ανοίγματα. Ήταν ένα act σύγχρονο, καθαρό, ευαίσθητο. Ωστόσο, η Εύη Δρούτσα θεώρησε απολύτως φυσιολογικό να πει στην τηλεόραση ότι «δεν έχει το υπέροχο σώμα για να το βγάλει έξω».
Και δεν ήταν «ατυχής διατύπωση». Ήταν ευθεία κρίση. Ιεράρχηση. Σαν να υπάρχει λίστα: ποια σώματα επιτρέπονται στη σκηνή και ποια όχι. Σαν να χρωστάει μια 23χρονη καλλιτέχνιδα εξηγήσεις για το αν «δικαιούται» να φορέσει αυτό που φόρεσε.
Η Marseaux απάντησε, αλλά δεν απάντησε επιθετικά. Δεν έπαιξε το χαρτί του θύματος. Κι αυτό ίσως είναι το πιο δυνατό κομμάτι της αντιμετώπισής της. Μίλησε ανθρώπινα. Είπε ότι αιφνιδιάστηκε. Ότι στενοχωρήθηκε. Ότι της πάτησαν ένα «πολύ λεπτό κουμπί». Κι εξήγησε γιατί: γιατί έχει περάσει διατροφικές διαταραχές, γιατί έχει δώσει μάχη με το σώμα της, γιατί χρειάστηκε χρόνια ψυχοθεραπείας για να σταθεί απέναντί του χωρίς μίσος.
Και κάπου εκεί θα περίμενε κανείς ένα «έκανα λάθος», «συγγνώμη», «δεν είχα πρόθεση» ξέρω ‘γω. Αλλά όχι. Αντί γι’ αυτό, η Εύη Δρούτσα επέστρεψε με το γνωστό ελληνικό Βασιλακης Καΐλας, αφήγημα: «κι εγώ έχω περάσει πολλά». Μίλησε για τα δικά της βιώματα, για body shaming που υπέστη δεκαετίες πριν, για τη Μαίρη Αρώνη, για τον Κατσέλη, για το πόσο σκληρός είναι ο χώρος. Και κατέληξε στο απόλυτο ξέπλυμα: «όταν βγαίνεις στα media, θα σε θάψουν».
Όχι κυρά Δρούτσα μας, αυτό δεν είναι απάντηση. Αυτό είναι κανονικοποίηση της κακοποίησης. Το ότι κάποιος πλήγωσε εσένα στο παρελθόν δε σου δίνει κανένα απολύτως δικαίωμα να πληγώσεις κάποιον άλλον στο παρόν. Αντίθετα, σου δίνει ευθύνη να μην το κάνεις. Και το να λες «έτσι είναι τα media» δεν είναι ρεαλισμός. Είναι παραίτηση. Είναι το «έτσι τα βρήκαμε» που κρατάει τα πράγματα σάπια.
Και ας μιλήσουμε και για την ουσία: Από πότε το σώμα έγινε κριτήριο καλλιτεχνικής αξίας; Από πότε μια γυναίκα πρέπει να είναι «αρκετά ωραία» για να σταθεί σε σκηνή; Και ποιος ορίζει τι σημαίνει «υπέροχο σώμα»; Η τηλεόραση του ’90;
Η ειρωνεία είναι ότι όλα αυτά ειπώθηκαν στο όνομα της «παλιάς Ελλάδας», του ζεϊμπέκικου και της αυθεντικότητας. Την ίδια στιγμή που αναπαράγεται η πιο παλιά, βαριά και τοξική αντίληψη απ’ όλες: ότι το σώμα μιας γυναίκας είναι δημόσιο προς αξιολόγηση. Η Marseaux δεν έκανε τίποτα το προκλητικό. Έκανε, όμως, κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για το σύστημα: υπήρξε άνετη μέσα στο σώμα της. Και αυτό, για κάποιους, είναι ακόμα πρόβλημα.
Δεν είναι. Το πρόβλημα είναι αλλού. Και όσο συνεχίζουμε να βαφτίζουμε το body shaming «άποψη», τόσο θα αναγκάζουμε νέες γυναίκες να εξηγούν δημόσια τα τραύματά τους για να αποδείξουν ότι δικαιούνται να υπάρχουν. Σόρι νοτ σόρι.