Υπάρχει ένα άγραφο τελετουργικό των καλοκαιρινών διακοπών στην Ελλάδα. Ετοιμάζεις βαλίτσα με μαγιό, σαγιονάρες και αντηλιακά, φτάνεις στο λιμάνι ιδρωμένος από τους 38 βαθμούς και, δέκα λεπτά μετά την επιβίβαση, αναρωτιέσαι γιατί δεν πήρες μαζί σου τη φούτερ.

Γιατί, τα σαλόνια των περισσότερων επιβατικών πλοίων θυμίζουν περισσότερο Ιανουάριο παρά Αύγουστο. Και κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό: επιβάτες τυλιγμένοι με πετσέτες, παιδιά που φορούν ζακέτες μέσα στο κατακαλόκαιρο και κάποιος να σχολιάζει, σχεδόν υποχρεωτικά, «καλά, τόσο δύσκολο είναι να ανεβάσουν δύο βαθμούς τον κλιματισμό;».

Η απάντηση είναι πως δεν είναι τόσο απλό. Οι ειδικοί εξηγούν ότι τα συστήματα κλιματισμού στα σύγχρονα επιβατικά πλοία δεν έχουν σχεδιαστεί με βάση το πώς αισθάνεται ένας επιβάτης που κάθεται ήσυχος στη θέση του, αλλά με βάση το χειρότερο δυνατό σενάριο: ένα πλοίο γεμάτο κόσμο. Και όταν λέμε γεμάτο, εννοούμε εκατοντάδες ή και χιλιάδες ανθρώπους, μαζί με εστιατόρια, κουζίνες, καταστήματα, φωτισμό, ηλεκτρονικό εξοπλισμό και μηχανήματα που παράγουν τεράστιες ποσότητες θερμότητας. Με απλά λόγια, ο κλιματισμός δε δουλεύει μόνο για να δροσίζει εσένα. Δουλεύει για να αντισταθμίσει τη θερμότητα που παράγει μια ολόκληρη μικρή πόλη που ταξιδεύει.

Υπάρχει όμως και η υγρασία. Στη θάλασσα, η υγρασία είναι ιδιαίτερα αυξημένη. Έτσι, τα συστήματα κλιματισμού δεν ψύχουν μόνο τον αέρα, αλλά αφαιρούν και μεγάλο μέρος της υγρασίας. Για να το πετύχουν, ψύχουν τον αέρα αρκετά και στη συνέχεια τον διοχετεύουν ξανά στους εσωτερικούς χώρους. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο αέρας γίνεται πιο ξηρός και, σε συνδυασμό με τη συνεχή ροή από τους αεραγωγούς, δημιουργεί την αίσθηση πως η θερμοκρασία είναι αρκετά χαμηλότερη από αυτή που πραγματικά είναι.

Και, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, στα περισσότερα πλοία η θερμοκρασία δεν είναι πολική. Συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 20 και 22 βαθμών Κελσίου. Απλώς η χαμηλή υγρασία και ο αέρας που φυσά συνεχώς κάνουν τον οργανισμό να την αντιλαμβάνεται ως πολύ πιο ψυχρή. Βέβαια, δεν αισθανόμαστε όλοι το ίδιο. Οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες και όσοι παραμένουν καθιστοί για αρκετές ώρες είναι πιθανό να νιώσουν το κρύο πιο έντονα από κάποιον που κινείται συνεχώς μέσα στο πλοίο.

Υπάρχει ακόμη ένας λόγος που ο κλιματισμός δε χαλαρώνει ποτέ. Κάθε φορά που το πλοίο πιάνει λιμάνι, ανοίγουν οι πόρτες και εισβάλλει μέσα ζεστός και υγρός αέρας. Το σύστημα αναγκάζεται να δουλέψει ακόμη πιο έντονα για να επαναφέρει τις συνθήκες στα επιθυμητά επίπεδα.

Άρα, όχι. Οι ακτοπλοϊκές εταιρείες δεν έχουν βάλει στόχο να μας κάνουν να εκτιμήσουμε περισσότερο τον ελληνικό ήλιο. Απλώς έχουν να διαχειριστούν ένα απαιτητικό περιβάλλον, όπου η άνεση χιλιάδων επιβατών και η σωστή λειτουργία του πλοίου απαιτούν έναν κλιματισμό που συχνά το παρακάνει.

Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι θα σταματήσουμε να κάνουμε κάθε καλοκαίρι την ίδια διαδρομή μέχρι το κυλικείο φορώντας παντόφλα με κάλτσα. Γιατί, όπως φαίνεται, η πιο χρήσιμη συμβουλή για τα ακτοπλοϊκά ταξίδια στην Ελλάδα είναι το «ζακέτα να πάρεις, θα τη χρειαστείς».