Προειδοποίηση: Το άρθρο περιλαμβάνει αναφορές σε σ#ξουαλική και σωματική βία.

Ένα κείμενο περίπου 2.500 λέξεων, δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα Athens Indymedia, έχει προκαλέσει κύμα αντιδράσεων στα social media. Μια γυναίκα, μητέρα ενός παιδιού και μέλος μονογονεϊκής οικογένειας, καταγγέλλει ότι υπέστη επανειλημμένους βιασμούς, σωματική βία και ψυχολογική κακοποίηση από αναγνωρίσιμο πρόσωπο του χώρου των media, στο οποίο αναφέρεται μόνο με το αρχικό «Μ.».

Υπό τον τίτλο «Ο φόβος ν’ αλλάξει μεριά», η γυναίκα αφηγείται όσα υποστηρίζει ότι βίωσε μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο, αρχής γενομένης από το 2022. Σύμφωνα με την καταγγελία της, γνώρισε τον συγκεκριμένο άνδρα σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη περίοδο της ζωής της, όταν προσπαθούσε να ανακάμψει από βαριά κατάθλιψη, αντιμετώπιζε οικονομική και εργασιακή ανασφάλεια και αναζητούσε έναν τρόπο να αλλάξει επαγγελματική πορεία.

Όπως γράφει, ο «Μ.» έδειξε αρχικά πρόθυμος να τη βοηθήσει να μπει στον επαγγελματικό του χώρο. Η επικοινωνία τους ξεκίνησε μέσα από μηνύματα, συμβουλές και υποσχέσεις στήριξης. Σύντομα, όμως, όπως καταγγέλλει, η συμπεριφορά του έγινε παραβιαστική και βίαιη.

Η γυναίκα περιγράφει ότι η πρώτη σεξουαλική επίθεση σημειώθηκε στο σπίτι του, έπειτα από μια συνάντηση που υποτίθεται ότι θα αφορούσε την επαγγελματική της εξέλιξη. Αναφέρει ότι πάγωσε και αποσυνδέθηκε από όσα συνέβαιναν, αδυνατώντας να αντιδράσει. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, μάλιστα, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει αυτό που είχε συμβεί ως βιασμό.

 

«Έπεισα τον εαυτό μου πως είχα δώσει δικαίωμα»

Ένα από τα πιο σκληρά σημεία της μαρτυρίας της δεν αφορά μόνο τη βία που καταγγέλλει ότι υπέστη, αλλά και την ενοχή που ακολούθησε. Η ίδια περιγράφει πώς προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι είχε προκαλέσει όσα συνέβησαν, επειδή δεν αντιστάθηκε ή δεν φώναξε.

Όμως το πάγωμα δεν αποτελεί συναίνεση. Ο φόβος, η ακινησία και η αποσύνδεση είναι συνηθισμένες αντιδράσεις απέναντι σε μια τραυματική εμπειρία. Η συναίνεση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη επειδή ένα θύμα δεν κατάφερε να αντιδράσει σωματικά ή λεκτικά.

Σύμφωνα με την καταγγελία, μετά την πρώτη επίθεση ακολούθησαν κολακευτικά μηνύματα, δηλώσεις ενδιαφέροντος και υποσχέσεις συναισθηματικής σύνδεσης. Στη συνέχεια, όμως, η βία επέστρεφε. Η γυναίκα υποστηρίζει ότι αυτός ο κύκλος επαναλήφθηκε πολλές φορές, με λιγότερες από δέκα συναντήσεις σεξουαλικού χαρακτήρα, τις οποίες σήμερα αναγνωρίζει ως βιασμούς.

Χρειάστηκε, όπως λέει, τρία χρόνια και επίπονη ψυχοθεραπεία για να κατανοήσει τον μηχανισμό του τραυματικού δεσμού στον οποίο είχε εγκλωβιστεί: την εναλλαγή κακοποίησης, φόβου, κολακείας και ψεύτικης στοργής που δημιουργεί σύγχυση και εξάρτηση.

«Η κακοποίηση “ντύνεται” μ’ ένα πέπλο από όμορφα λόγια», γράφει.

 

Η δημόσια εικόνα δεν αποτελεί άλλοθι

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά της στη δημόσια εικόνα του άνδρα. Όπως υποστηρίζει, το περιβάλλον του τον θεωρούσε «καλό άνθρωπο, αντιφασίστα, αντιρατσιστή, αντισεξιστή». Αυτή η φήμη την έκανε να αμφισβητήσει ακόμη περισσότερο τον εαυτό της και να πιστέψει ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην ίδια.

Όμως καμία πολιτική ταυτότητα, κανένας δημόσιος λόγος και καμία δήλωση υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών δεν μπορεί να λειτουργεί ως πιστοποιητικό αθωότητας. Ούτε η αναγνωρισιμότητα, ούτε η επαγγελματική καταξίωση, ούτε τα «σωστά» λόγια αποκλείουν την πιθανότητα κακοποιητικής συμπεριφοράς.

Η βία δεν ακυρώνεται επειδή ο καταγγελλόμενος αυτοπαρουσιάζεται ως προοδευτικός. Και μια καταγγελία δεν γίνεται λιγότερο σοβαρή επειδή αφορά έναν άνθρωπο που έχει δημιουργήσει γύρω του τον μύθο του «καλού» και του «ασφαλούς».

Η συγκεκριμένη υπόθεση βρίσκεται, προς το παρόν, στο επίπεδο της δημόσιας καταγγελίας και όσα περιγράφονται αποδίδονται στη γυναίκα που δημοσίευσε τη μαρτυρία. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν δικαιολογεί ούτε διαδικτυακές «δίκες» ούτε προσπάθειες αποκάλυψης προσωπικών στοιχείων. Επιβάλλει να αντιμετωπιστεί η καταγγελία με σοβαρότητα, χωρίς ανθρωποφαγία αλλά και χωρίς την αυτόματη απαξίωση που συναντούν τόσο συχνά οι γυναίκες όταν μιλούν.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι γιατί δεν έφυγε νωρίτερα, γιατί δεν αντέδρασε ή γιατί χρειάστηκε χρόνια για να μιλήσει. Το ερώτημα είναι γιατί ένας άνθρωπος αισθάνθηκε, σύμφωνα με την καταγγελία, ότι μπορούσε να παραβιάζει το σώμα και την ψυχή μιας γυναίκας χωρίς να φοβάται καμία συνέπεια.

Η ίδια κλείνει τη μαρτυρία της ζητώντας αυτό ακριβώς: να αλλάξει επιτέλους πλευρά ο φόβος. Η καταγγελία δημοσιεύθηκε αρχικά στο Athens Indymedia και επιβεβαιώνεται ως δημόσια ανάρτηση από σχετικά δημοσιεύματα της Εφημερίδας των Συντακτών και του Reader.

 

Γυναίκες που βιώνουν έμφυλη ή σεξουαλική βία μπορούν να επικοινωνήσουν όλο το 24ωρο με τη Γραμμή SOS 15900 ή μέσω email στο sos15900@isotita.gr.