Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι ενέκρινε νέο διάταγμα για τα ιταλικά σχολεία, το οποίο προβλέπει όριο 30% ανά τάξη για τους μαθητές που δε γνωρίζουν επαρκώς την ιταλική γλώσσα, περισσότερα εργαλεία γλωσσικής υποστήριξης και απαγόρευση της μπούρκας και του νικάμπ στον χώρο του σχολείου. Παράλληλα, προβλέπεται η εκμάθηση ιταλικών και από γονείς μαθητών που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες ένταξης.

Η Μελόνι παρουσίασε τα μέτρα ως μια προσπάθεια να αποφευχθούν οι λεγόμενες «τάξεις-γκέτο» και να αποκτήσουν όλα τα παιδιά τις ίδιες αφετηρίες. Το επιχείρημά της είναι ότι, όταν ένα παιδί δε γνωρίζει τη γλώσσα, μπορεί να βοηθηθεί από τους συμμαθητές και τους εκπαιδευτικούς του. Όταν, όμως, τα παιδιά που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν στα ιταλικά αποτελούν μεγάλο μέρος της τάξης, η εκπαιδευτική διαδικασία δυσκολεύεται για όλους.

Και η αλήθεια είναι ότι αυτό το ζήτημα χρειάζεται όντως σημασία.

Το να μετακομίζει κανείς σε μια χώρα και να προσπαθεί να ενταχθεί στο κοινωνικό της περιβάλλον δεν αποτελεί κάποια παράλογη ή ακροδεξιά απαίτηση. Η εκμάθηση της γλώσσας, η γνώση των νόμων, η επικοινωνία με τους δημόσιους φορείς και ο σεβασμός των κοινών κανόνων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να μπορεί ένας άνθρωπος να συμμετέχει ισότιμα στην κοινωνία όπου ζει. Ένα παιδί που δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα του σχολείου του δε βρίσκεται απλώς σε μια διαφορετική πολιτισμική συνθήκη. Βρίσκεται σε εκπαιδευτικό μειονέκτημα. Δεν μπορεί να παρακολουθήσει το μάθημα, να επικοινωνήσει εύκολα, να δημιουργήσει σχέσεις και να διεκδικήσει τις ίδιες ευκαιρίες με τα υπόλοιπα παιδιά. Άρα, ναι, η γλωσσική ένταξη είναι απαραίτητη. Και ναι, η συγκέντρωση πολλών παιδιών χωρίς επαρκή γνώση της γλώσσας στις ίδιες τάξεις μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση αντί για πραγματική συνύπαρξη.

Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι κάθε μέτρο που βαφτίζεται «ένταξη» είναι αυτομάτως σωστό, δίκαιο ή αποτελεσματικό. Το σχολείο δεν είναι συνοριακό φυλάκιο. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τα παιδιά πρωτίστως ως Ιταλούς και αλλοδαπούς, αλλά ως μαθητές με διαφορετικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Ένα παιδί ξένης καταγωγής μπορεί να έχει γεννηθεί στην Ιταλία και να μιλά άψογα ιταλικά. Αντίστοιχα, ένα παιδί με ιταλική υπηκοότητα μπορεί να χρειάζεται πρόσθετη γλωσσική ή μαθησιακή στήριξη. Γι’ αυτό και έχει σημασία ότι η τελική μορφή του μέτρου αναφέρεται στη γνώση της γλώσσας και όχι απλώς στο διαβατήριο. Διαφορετικά, το υποτιθέμενο εργαλείο ένταξης θα κατέληγε σε έναν απλό εθνικό διαχωρισμό. Όπως και στην πραγματικότητα συνέβη με μια σειρά από επόμενα μέτρα.

Ακόμη κι έτσι, ένα ποσοστό από μόνο του δε λύνει το πρόβλημα. Αν ένα παιδί πρέπει να μετακινείται σε σχολείο μακριά από τη γειτονιά του για να τηρηθεί το όριο, αν οι τάξεις παραμένουν υπερφορτωμένες και αν δεν υπάρχουν αρκετοί εκπαιδευτικοί και προγράμματα γλωσσικής υποστήριξης, τότε δεν έχουμε πολιτική ένταξης. Έχουμε διαχείριση αριθμών. Διευθυντές σχολείων και εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης έχουν ήδη επισημάνει ότι ένα παρόμοιο όριο υπήρχε θεωρητικά στην Ιταλία, αλλά παρέμενε δύσκολο να εφαρμοστεί, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου κατοικούν πολλοί μετανάστες. Την ίδια στιγμή, θέτουν το ερώτημα αν η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ένα πολιτικά βολικό θέμα για να αποφύγει τα πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης: τις ελλείψεις προσωπικού, τις πολυπληθείς τάξεις και την ανεπαρκή χρηματοδότηση.

Αντίστοιχη προσοχή χρειάζεται και το θέμα της μπούρκας και του νικάμπ. Σε έναν σχολικό χώρο, όπου η αναγνώριση, η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση αποτελούν μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η απαίτηση να παραμένει ολόκληρο το πρόσωπο ορατό μπορεί να στηριχθεί σε συγκεκριμένους παιδαγωγικούς και λειτουργικούς λόγους. Η μπούρκα και το νικάμπ, άλλωστε, δεν είναι το ίδιο με το χιτζάμπ: τα δύο πρώτα καλύπτουν το πρόσωπο, ενώ το χιτζάμπ αφήνει το πρόσωπο ακάλυπτο.

Αυτό, όμως, είναι εντελώς διαφορετικό από το επιχείρημα που επαναλαμβάνει διαρκώς η ακροδεξιά: «Εμείς γιατί πρέπει να τους επιτρέπουμε να φορούν μπούρκα εδώ, αφού αν πηγαίναμε στο Ιράν θα μας υποχρέωναν να φορέσουμε;». Γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα δε λειτουργούν με ανταλλαγή θα είναι πάντα η απάντηση.

Δε λέμε ότι, επειδή ένα αυταρχικό καθεστώς καταπιέζει τις γυναίκες, μια δημοκρατική χώρα δικαιούται να αντιγράψει την ίδια λογική από την ανάποδη. Δεν απαντάμε στον υποχρεωτικό εγκλεισμό του γυναικείου σώματος με έναν διαφορετικό υποχρεωτικό έλεγχο του ίδιου σώματος. Αν καταδικάζουμε το Ιράν επειδή αναγκάζει τις γυναίκες να καλύπτονται, δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε το Ιράν και το χ,φ Ιράν ως πρότυπο για να επιβάλουμε στις γυναίκες τι πρέπει να βγάλουν. Η δημοκρατία δεν αποδεικνύει την ανωτερότητά της αντιγράφοντας τον αυταρχισμό που υποτίθεται ότι καταγγέλλει.

Και κυρίως, μια γυναίκα που ταξιδεύει στο Ιράν και υποχρεώνεται να καλύψει τα μαλλιά της δε «σέβεται απλώς τον πολιτισμό της χώρας». Συμμορφώνεται με έναν καταναγκαστικό νόμο για να αποφύγει τη σύλληψη ή την τιμωρία. Το γεγονός ότι αναγκάζεται να υπακούσει δεν κάνει τον συγκεκριμένο νόμο σωστό και σίγουρα δεν αποτελεί επιχείρημα για περισσότερους περιορισμούς στην Ευρώπη. Το πραγματικό φεμινιστικό ερώτημα δεν είναι αν μια γυναίκα είναι καλυμμένη ή ακάλυπτη. Είναι ποιος αποφασίζει για εκείνη. Αν την αναγκάζει ο πατέρας, ο σύζυγος ή η θρησκευτική της κοινότητα να καλύψει το πρόσωπό της, υπάρχει καταπίεση. Αν το κράτος την αποκλείει από την εκπαίδευση χωρίς να εξετάσει αν βρίσκεται υπό πίεση ή χωρίς να της προσφέρει προστασία και υποστήριξη, το ίδιο κράτος μπορεί τελικά να την απομονώσει ακόμη περισσότερο.

Η λύση δεν είναι να εγκαταλείπουμε τα κορίτσια στο όνομα του «σεβασμού της παράδοσης». Δεν είναι, όμως, ούτε να τα τιμωρούμε για μια παράδοση την οποία μπορεί να μην επέλεξαν τα ίδια. Η ένταξη χρειάζεται κανόνες. Χρειάζεται κοινή γλώσσα, συμμετοχή στη δημόσια ζωή, σεβασμό στους νόμους και αποδοχή ότι κανένα έθιμο δεν βρίσκεται πάνω από την ελευθερία και την ασφάλεια ενός ανθρώπου.

Δε σημαίνει, όμως, πολιτισμική εξαφάνιση. Δε σημαίνει ότι για να θεωρηθεί κάποιος «αρκετά Ευρωπαίος» πρέπει να εγκαταλείψει το όνομά του, τη θρησκεία του, τη γλώσσα που μιλά στο σπίτι ή κάθε στοιχείο της ταυτότητάς του. Και σίγουρα δε σημαίνει ότι τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απειλή επειδή οι γονείς τους γεννήθηκαν αλλού. Η ένταξη είναι η δημιουργία ενός κοινού δημόσιου χώρου στον οποίο όλοι μπορούν να επικοινωνούν και να συμμετέχουν. Η αφομοίωση απαιτεί από τον διαφορετικό να πάψει να είναι διαφορετικός για να γίνει ανεκτός.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο υπάρχει μια τεράστια απόσταση. Και ακριβώς μέσα σε αυτή την απόσταση κρίνεται αν μια πολιτική θέλει πραγματικά να ενώσει μια κοινωνία ή αν χρησιμοποιεί την ένταξη ως πιο ευγενική λέξη για τον αποκλεισμό.