Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην άποψη και στην ετυμηγορία. Και γίνεται ακόμη πιο λεπτή όταν αφορά έναν άνθρωπο που βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Γιατί όταν ένα πρόσωπο περνά μια δύσκολη περίοδο, κάθε δημόσια τοποθέτηση γύρω από το όνομά του αποκτά διαφορετικό βάρος.
Η πρόσφατη συνέντευξη του Γιώργου Μαζωνάκη στην εκπομπή «Τετ-α-Τετ» δεν περιορίστηκε στις δικαστικές εξελίξεις που αφορούν τη διαμάχη του με την οικογένειά του ή στην καταγγελία που είχε δεχθεί στο παρελθόν και στάθηκε σε αυτό ακριβώς το σημείο: στις δημόσιες τοποθετήσεις συναδέλφων του την περίοδο που το όνομά του βρισκόταν καθημερινά στην επικαιρότητα.
Ο δημοφιλής τραγουδιστής αναφέρθηκε τόσο στη δικαστική διαμάχη με την οικογένειά του όσο και στην καταγγελία που είχε γίνει σε βάρος του από τον Στέφανο Παπαδόπουλο, αποκαλύπτοντας πως τον ενόχλησαν ιδιαίτερα οι δημόσιες τοποθετήσεις συναδέλφων του εκείνη την περίοδο.
«Ναι, βέβαια με ενόχλησαν κάποιες συμπεριφορές. Αυτό που με ενόχλησε περισσότερο είναι ότι πολλοί κράτησαν μια στάση ουδέτερη, ότι… δεν ξέρω αν το έκανε! Δεν ήξεραν τι συνέβαινε στην οικογένεια, αλλά παρόλ’ αυτά είχαν άποψη», είπε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια στάθηκε και σε ανθρώπους που, όπως ανέφερε, είχε βοηθήσει επαγγελματικά στο παρελθόν, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τον τρόπο με τον οποίο σχολίασαν όσα βίωνε. «Λέγανε ο Μαζωνάκης πέρασε μια περιπέτεια, αλλά δεν ξέρω πώς τα μπαλώνει και πώς το κάνει και την ξεπερνάει. Μα είναι δυνατόν να ακούγεται τέτοιο πράγμα; Η αλήθεια είναι αυτή, που πήρε όλος ο κόσμος το μέρος του δικαίου. Δεν μπορεί να το λέει κάποιος αυτό σαν να υπάρχει στρατηγική ή δόλος», ανέφερε.
Αξίζει, πάντως, να γίνει ένας σημαντικός διαχωρισμός, γιατί ακόμη και στη δημόσια συζήτηση τα δύο ζητήματα συχνά αντιμετωπίστηκαν σαν μία ενιαία ιστορία. Από τη μία υπήρχε η δικαστική διαμάχη του με την οικογένειά του, μια βαθιά προσωπική υπόθεση που εξελίχθηκε στις δικαστικές αίθουσες. Από την άλλη βρισκόταν η καταγγελία που είχε γίνει σε βάρος του. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές υποθέσεις, με διαφορετική φύση και διαφορετική εξέλιξη, οι οποίες όμως βρέθηκαν ταυτόχρονα στο μικροσκόπιο της δημοσιότητας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, λοιπόν, πολλοί έσπευσαν να διατυπώσουν δημόσια άποψη κι ένα ενιαίο αφήγημα γύρω από το πρόσωπό του στο οποίο μπλέχτηκε, η προσωπική συμπάθεια, η άποψη “είμαι πάντα με το θύμα”, το τεκμήριο της αθωότητας και πολλά άλλα, φτιάχνοντας μια θολή εικόνα.
Να πούμε ότι ξεχωριστή θέση στις δηλώσεις του είχε, ωστόσο, ο Αντώνης Ρέμος. Εκεί ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν στάθηκε ούτε στη δικαστική διαμάχη ούτε στην καταγγελία, αλλά σε μια συγκεκριμένη φράση του συναδέλφου του, ο οποίος είχε δηλώσει στο παρελθόν πως ο τραγουδιστής είναι «με το ένα πόδι στο σκοτάδι».
«Ενοχλήθηκα με αυτό που είπε ο Αντώνης Ρέμος, ότι είμαι με το ένα πόδι στο σκοτάδι. Από πού κι ως πού; Ο καθένας πρέπει να κοιτάει τον εαυτό του. Δεν γίνεται εγώ να καπνίζω 15 πακέτα την ημέρα και να σου λέω εσένα να κόψεις το τσιγάρο. Και επίσης ποιος είναι αυτός που δεν κουβαλάει πράγματα στη ζωή του; Τι είναι τα σκοτάδια; Σαφώς με ενοχλεί όταν κάποιος λέει αυτό το πράγμα», είπε χαρακτηριστικά.
Η πιο αιχμηρή, όμως, αποστροφή του λόγου του ήρθε αμέσως μετά. «Δεν γίνεται εγώ να καπνίζω 15 πακέτα την ημέρα και να σου λέω εσένα να κόψεις το τσιγάρο», είπε, χρησιμοποιώντας μια ξεκάθαρη μεταφορά αφήνοντας να εννοηθεί πως κανείς δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ηθικολόγος όταν και ο ίδιος έχει ενδεχομένως δικά του ζητήματα.
Η συγκεκριμένη απάντηση, μάλιστα, δε σχολιάστηκε, ενδεχομένως γιατί δεν υπήρξε απάντηση από πλευράς Ρέμου. Στα πρακτικά είναι άλλο να εκφράζει κανείς τη γνώμη του για μια δημόσια υπόθεση και άλλο να επιχειρεί να περιγράψει δημόσια την εσωτερική κατάσταση ενός ανθρώπου. Εκφράσεις όπως «είναι στο σκοτάδι» μπορεί να ειπωθούν με πρόθεση ανησυχίας, όμως όταν αφορούν ένα πρόσωπο που ήδη βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αποκτούν διαφορετικό βάρος.
Το βέβαιο είναι πως ούτε ο δημόσιος διάλογος ωφελείται όταν διαφορετικές υποθέσεις συγχέονται, ούτε όταν οι προσωπικές εκτιμήσεις παρουσιάζονται ως δεδομένα. Και η ουσία είναι, όχι ότι δεν πρέπει να υπάρχει άποψη, αλλά ότι πριν διατυπωθεί, χρειάζεται να είναι ξεκάθαρο για ποιο ζήτημα μιλάμε και με ποια γνώση των πραγματικών γεγονότων.