Όταν ο Στέφανος και η Βάσω έφτασαν στη Φουρνά Ευρυτανίας μαζί με τα έξι παιδιά τους, η μετακόμισή τους έγινε σύμβολο ελπίδας για ένα χωριό που πάλευε να παραμείνει ζωντανό. Δύο χρόνια αργότερα, η οικογένεια αποχωρεί, κλείνοντας έναν κύκλο που ξεκίνησε με όνειρα, συνεχίστηκε με σκληρή δουλειά και ολοκληρώνεται με ανάμεικτα συναισθήματα.

Η απόφασή τους δεν ακυρώνει όσα κατάφεραν ούτε σημαίνει από μόνη της ότι η πρωτοβουλία της Φουρνάς απέτυχε. Υπενθυμίζει, όμως, μια πραγματικότητα που συχνά χάνεται πίσω από τις όμορφες ιστορίες της «επιστροφής στο χωριό»: μια οικογένεια δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της το βάρος της διάσωσης ενός ολόκληρου τόπου.

 

Η πρώτη οικογένεια που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα

Ο Στέφανος και η Βάσω ήταν οι πρώτοι που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της δασκάλας Παναγιώτας Διαμαντή και του ιερέα της Φουρνάς προς νέες οικογένειες να εγκατασταθούν στο χωριό. Η πρωτοβουλία γεννήθηκε από την αγωνία για την πληθυσμιακή συρρίκνωση και τον κίνδυνο να κλείσει το σχολείο. Η άφιξη μιας πολύτεκνης οικογένειας με έξι παιδιά δεν σήμαινε μόνο περισσότερους κατοίκους. Σήμαινε μαθητές στις σχολικές αίθουσες, κίνηση στους δρόμους και την ελπίδα ότι ένα χωριό που άδειαζε μπορούσε να αποκτήσει ξανά καθημερινότητα.

Η οικογένεια δεν πήγε στη Φουρνά απλώς για να δοκιμάσει για λίγο μια διαφορετική ζωή. Επιχείρησε να δημιουργήσει πραγματικές ρίζες. Ο Στέφανος και η Βάσω επένδυσαν επαγγελματικά στον τόπο, ανοίγοντας το δικό τους κατάστημα με το όνομα «Λίγο απ’ όλα».

Μέσα σε αυτό έβαλαν, όπως αναφέρει η Βάσω στην αποχαιρετιστήρια ανάρτησή της, πολύ περισσότερα από χρήματα και εργασία. Έβαλαν χρόνο, κόπο και την ελπίδα ότι το χωριό θα μπορούσε να γίνει το μόνιμο σπίτι της οικογένειάς τους.

 

 

«Βάλαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε»

Με μια μακροσκελή ανάρτηση στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook, η μητέρα της οικογένειας αποχαιρέτησε τη Φουρνά και τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα τους αυτά τα δύο χρόνια.

«Ήρθε η στιγμή να κλείσει ένας κύκλος που για εμάς ήταν από τους πιο δύσκολους, αλλά και από τους πιο σημαντικούς της ζωής μας», έγραψε.

Αναφερόμενη στην απόφαση που είχαν πάρει πριν από δύο χρόνια, περιέγραψε την πίστη και τις προσδοκίες με τις οποίες ξεκίνησαν τη νέα τους ζωή:

«Αφήσαμε πίσω μας τη ζωή που γνωρίζαμε και ήρθαμε στη Φουρνά με πίστη, όνειρα και την ελπίδα ότι μπορούμε κι εμείς, με τον δικό μας τρόπο, να προσφέρουμε κάτι σε αυτόν τον τόπο. Δουλέψαμε, προσπαθήσαμε, κουραστήκαμε, βάλαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και δημιουργήσαμε το δικό μας μικρό μαγαζί, το “Λίγο απ’ όλα”».

Το κατάστημα δεν αποτέλεσε απλώς την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Ήταν η προσπάθειά τους να στηρίξουν οικονομικά τη νέα ζωή που είχαν επιλέξει και να αποδείξουν –πρώτα στους ίδιους– ότι μπορούσαν να παραμείνουν εκεί.

«Το αγαπήσαμε σαν να ήταν κομμάτι της οικογένειάς μας, γιατί μέσα του βάλαμε πολύ περισσότερα από χρήματα και δουλειά. Βάλαμε ψυχή, χρόνο, όνειρα και την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να ριζώσουμε εδώ», ανέφερε.

 

«Κάποιες προσδοκίες αποδείχθηκαν διαφορετικές από την πραγματικότητα»

Η Βάσω δεν αποκάλυψε συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους η οικογένεια αποφάσισε να αποχωρήσει. Αναφέρθηκε, ωστόσο, στη διαφορά ανάμεσα στις προσδοκίες με τις οποίες ξεκίνησαν και στην πραγματικότητα που συνάντησαν.

«Μπορεί τελικά η ζωή να μην μας τα έφερε όπως τα ονειρευτήκαμε. Μπορεί κάποιες προσδοκίες να αποδείχθηκαν διαφορετικές από την πραγματικότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αυτού του αποχωρισμού», έγραψε.

Παρά τις δυσκολίες, ξεκαθάρισε ότι η οικογένεια δεν φεύγει με θυμό. Επιλέγει να κρατήσει τις όμορφες στιγμές και τους ανθρώπους που τη βοήθησαν, αφήνοντας πίσω όσα την πλήγωσαν. Ιδιαίτερη θέση στην ανάρτησή της είχε το ευχαριστώ προς τους κατοίκους που τους άνοιξαν τα σπίτια τους, τους πρόσφεραν βοήθεια και τους έκαναν να αισθανθούν ότι δεν ήταν μόνοι.

«Δεν ήρθαμε για να περάσουμε, ούτε φύγαμε επειδή δεν αγαπήσαμε αυτόν τον τόπο. Δώσαμε μια πραγματική ευκαιρία σε ένα όνειρο. Και όταν έρθει η ώρα να κοιτάξουμε πίσω, θα ξέρουμε ότι κάναμε ό,τι μπορούσαμε», σημείωσε.

Το μήνυμά της ολοκληρώθηκε με μια φράση που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της επιστροφής: «Και ίσως κάποια “αντίο” να μην είναι για πάντα».

 

Η αποκέντρωση δεν είναι μια ρομαντική απόδραση

Η ιστορία της οικογένειας ανέδειξε τη Φουρνά σε παράδειγμα για δεκάδες χωριά που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Ένα σχολείο με ελάχιστους μαθητές, σπίτια που αδειάζουν και μια τοπική κοινωνία που μεγαλώνει ηλικιακά χωρίς να ανανεώνεται. Η επιθυμία νέων ανθρώπων να εγκαταλείψουν τις πόλεις και να ξεκινήσουν μια διαφορετική ζωή στην περιφέρεια υπάρχει. Δεν αρκεί, όμως, ένα διαθέσιμο σπίτι και ένα θερμό καλωσόρισμα για να μετατραπεί αυτή η επιθυμία σε μόνιμη εγκατάσταση.

Μια οικογένεια με έξι παιδιά χρειάζεται σταθερό εισόδημα, σχολείο που θα συνεχίσει να λειτουργεί, πρόσβαση σε γιατρούς, μετακινήσεις, υπηρεσίες και ένα δίκτυο υποστήριξης. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι το μέλλον των παιδιών της δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσα είναι διατεθειμένη να θυσιάσει για να παραμείνει εκεί.

Η αποκέντρωση παρουσιάζεται συχνά σαν μια ρομαντική επιστροφή στη φύση: καθαρός αέρας, ησυχία, χαμηλότερο κόστος ζωής και μια πιο ανθρώπινη καθημερινότητα. Όλα αυτά μπορεί να υπάρχουν. Υπάρχουν, όμως, και η απόσταση από τις βασικές υπηρεσίες, οι περιορισμένες επαγγελματικές επιλογές, η απομόνωση και η δυσκολία να στηθεί μια βιώσιμη επιχείρηση σε έναν τόπο με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους.

Αυτά δεν αποτελούν αποτυχία εκείνων που προσπάθησαν. Αποτελούν τις πραγματικές συνθήκες που οφείλουμε να εξετάσουμε εάν θέλουμε η επιστροφή στα χωριά να γίνει πολιτική με διάρκεια και όχι μια σειρά από συγκινητικές ιστορίες που βασίζονται αποκλειστικά στο κουράγιο ορισμένων ανθρώπων.

 

Δεν είναι δουλειά μιας οικογένειας να σώσει ένα χωριό

Η πρωτοβουλία της δασκάλας και του ιερέα της Φουρνάς απέδειξε ότι ακόμη και ένας μικρός τόπος μπορεί να ακουστεί σε ολόκληρη τη χώρα, όταν κάποιοι άνθρωποι αποφασίσουν να μην τον αφήσουν να χαθεί. Η κινητοποίησή τους έφερε οικογένειες στο χωριό και ενέπνευσε αντίστοιχες προσπάθειες σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Από ένα σημείο και μετά, όμως, η ευθύνη δεν μπορεί να παραμένει μόνο στους κατοίκους, σε έναν εκπαιδευτικό, σε έναν ιερέα ή στις οικογένειες που παίρνουν το ρίσκο να αλλάξουν ολόκληρη τη ζωή τους.

Η Πολιτεία δεν μπορεί απλώς να χειροκροτεί την απόφαση κάποιων ανθρώπων να μετακομίσουν στην περιφέρεια. Οφείλει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να μπορέσουν να μείνουν εκεί. Διαφορετικά, η «αναβίωση των χωριών» καταλήγει να στηρίζεται στην προσωπική αντοχή, στα χρήματα και στην αυτοθυσία ανθρώπων που κάποια στιγμή, δικαιολογημένα, μπορεί να εξαντληθούν.

Η αποχώρηση του Στέφανου, της Βάσως και των έξι παιδιών τους δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ήττα. Για δύο χρόνια έζησαν, εργάστηκαν και δημιούργησαν στη Φουρνά. Έδωσαν στο χωριό όσα μπορούσαν και πήραν μαζί τους εμπειρίες και ανθρώπους που, όπως λένε, θα θυμούνται για πάντα.

Ίσως ένα χωριό δεν παραμένει στον χάρτη μόνο επειδή βρίσκονται οικογένειες αρκετά γενναίες για να μετακομίσουν εκεί. Παραμένει όταν μια χώρα μπορεί να τους προσφέρει πραγματική προοπτική, ώστε, αφού κάνουν το μεγάλο βήμα να έρθουν, να έχουν και όλους τους λόγους που χρειάζονται για να μείνουν.