Για όσους μεγάλωσαν με το βραδινό δελτίο ειδήσεων του SKAI TV να παίζει σχεδόν σαν σταθερό background της ελληνικής καθημερινότητας, η εικόνα της Σία Κοσιώνη πίσω από το desk έμοιαζε σχεδόν μόνιμη. Από εκείνες τις τηλεοπτικές παρουσίες που, ακόμα κι αν διαφωνούσες μαζί τους, ήξερες ότι είναι μέρος μιας ολόκληρης εποχής της ελληνικής τηλεόρασης. Και γι’ αυτό το αποψινό της αντίο δεν έμοιαζε με ένα ακόμα τυπικό τηλεοπτικό «τέλος συνεργασίας». Έμοιαζε περισσότερο με το κλείσιμο ενός μεγάλου προσωπικού και τηλεοπτικού κύκλου.

Η δημοσιογράφος εκφώνησε το τελευταίο της δελτίο ειδήσεων στον ΣΚΑΪ, ολοκληρώνοντας μια πορεία είκοσι χρόνων στον σταθμό του Φαλήρου. Συγκινημένη, αποχαιρέτισε τους τηλεθεατές με έναν λόγο που δεν είχε την ψυχρή τηλεοπτική απόσταση ενός επαγγελματικού farewell, αλλά το συναίσθημα ενός ανθρώπου που αφήνει πίσω του ένα κομμάτι ζωής.

«Ήμουν 26, είμαι 46», είπε χαρακτηριστικά, συνοψίζοντας μέσα σε μία φράση δύο ολόκληρες δεκαετίες τηλεοπτικής παρουσίας, ενημέρωσης, πολιτικών κρίσεων, εκλογών, πανδημιών, εθνικών τραγωδιών και ατελείωτων breaking news βραδιών. Και ίσως εκεί βρίσκεται το βάρος αυτής της αποχώρησης. Γιατί οι τηλεοπτικοί anchors δεν είναι απλώς παρουσιαστές ειδήσεων. Γίνονται, άθελά τους, οι άνθρωποι που συνδέονται με τις πιο έντονες συλλογικές μνήμες μιας χώρας.

 


 

Κατά τη διάρκεια του αποχαιρετισμού της, η Σία Κοσιώνη ευχαρίστησε τόσο τους τηλεθεατές όσο και τους συνεργάτες της, μιλώντας για το «ενημερωτικό πρόγραμμα υψηλών προδιαγραφών» που –όπως είπε– έχτισαν όλοι μαζί μέσα σε δύσκολες και συχνά ακραίες συνθήκες. Τόνισε πως στάθηκε απέναντι στο κοινό με σεβασμό και προσήλωση στις δημοσιογραφικές της αξίες, χωρίς να παρεκκλίνει ποτέ από τις αρχές της.

Οι τελευταίες της φράσεις ως anchorwoman του σταθμού συνοδεύτηκαν από χειροκροτήματα στο πλατό, σε μια στιγμή που έμοιαζε σχεδόν κινηματογραφική μέσα στην αμηχανία και τη συγκίνηση που συχνά φέρνουν τα μεγάλα τηλεοπτικά αντίο.

Λίγη ώρα αργότερα, έξω από τα γραφεία του ΣΚΑΪ, η δημοσιογράφος εμφανίστηκε εμφανώς φορτισμένη συναισθηματικά. «Νιώθω σαν να μου ξεκολλάνε την καρδιά αυτή τη στιγμή. Είναι ένας ξεριζωμός για μένα. Είναι 20 χρόνια, είναι μια ζωή», δήλωσε μπροστά στις κάμερες.

Και η αλήθεια είναι πως υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σε αυτό το συναίσθημα, ακόμα κι όταν μιλάμε για ανθρώπους της τηλεόρασης που το κοινό συχνά αντιμετωπίζει σαν “τηλεοπτικές φιγούρες” και όχι σαν κανονικούς ανθρώπους με δεσμούς, συνήθειες και συναισθηματική εξάρτηση από τους χώρους όπου μεγάλωσαν επαγγελματικά. Είκοσι χρόνια στο ίδιο κανάλι δεν είναι απλώς μια δουλειά. Είναι καθημερινότητα, ρουτίνα, άγχος, επιβίωση, προσωπικές θυσίες και σχέσεις που χτίζονται πίσω από τις κάμερες.

Η ίδια μίλησε ανοιχτά και για τη σκληρότητα του επαγγέλματος, χαρακτηρίζοντας τη δημοσιογραφική δουλειά «στρεσογόνα, άγρια και άδικη πολλές φορές», τονίζοντας πως όλο αυτό το βάρος το κουβαλούν μαζί και οι οικογένειες των ανθρώπων της ενημέρωσης.

Σε μια εποχή όπου η τηλεόραση αλλάζει διαρκώς πρόσωπα, όπου τα δελτία ειδήσεων προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε έναν κόσμο TikTok, social media και 30-second ενημέρωσης, η αποχώρηση της Σίας Κοσιώνη μοιάζει κάπως σαν το τέλος μιας πιο “παλιάς” τηλεοπτικής εποχής. Εκείνης όπου οι anchors είχαν ακόμα έναν σχεδόν θεσμικό ρόλο στην καθημερινότητα του κοινού.

«Το μόνο που κρατάω είναι τα 20 χρόνια, αυτό που χτίσαμε, τους ανθρώπους μου και φεύγω τρομερά υπερήφανη», είπε κλείνοντας. Και ανεξάρτητα από το πώς έβλεπε κανείς δημοσιογραφικά τη Σία Κοσιώνη, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί ότι το αποψινό αντίο είχε κάτι σπάνιο για την ελληνική τηλεόραση: αληθινό συναίσθημα.