Από την πρώτη ημέρα που βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες προκάλεσε συζητήσεις, αποθέωση, ενόχληση, διαφωνίες και αμέτρητες αναλύσεις. Άλλοι τη χαρακτήρισαν ως την πιο ώριμη δουλειά του Γιάννη Οικονομίδη και άλλοι είδαν σε αυτήν όλες τις γνώριμες εμμονές και τις κινηματογραφικές μανιέρες του σκηνοθέτη. Τώρα, πάντως, η Σπασμένη Φλέβα ανοίγει ένα εντελώς νέο κεφάλαιο, καθώς επιλέχθηκε για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην οσκαρική κούρσα.

Η ταινία του Γιάννη Οικονομίδη είναι η επίσημη ελληνική υποβολή για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας Μεγάλου Μήκους, στο πλαίσιο της 99ης διοργάνωσης των βραβείων της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Μια απαραίτητη διευκρίνιση, επειδή κάθε χρόνο γίνεται η ίδια μικρή παρεξήγηση: η «Σπασμένη Φλέβα» δεν είναι ακόμη υποψήφια για Όσκαρ. Είναι η ταινία που επέλεξε η Ελλάδα να στείλει στην Ακαδημία. Από εκεί και πέρα θα πρέπει να ξεχωρίσει ανάμεσα στις επίσημες συμμετοχές δεκάδων χωρών, να περάσει αρχικά στη shortlist των 15 ταινιών και στη συνέχεια, εφόσον τα καταφέρει, στην τελική πεντάδα των υποψηφίων.

 

Γιατί επιλέχθηκε η «Σπασμένη Φλέβα»

Η επιλογή έγινε κατά πλειοψηφία από τη 13μελή επιτροπή που συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ειδικά για τη διαδικασία.

Σύμφωνα με το επίσημο σκεπτικό, πρόκειται για μια αφηγηματικά, καλλιτεχνικά και τεχνικά άρτια ταινία, η οποία επαναγράφει μοτίβα της αρχαίας τραγωδίας με τρόπο αναγνωρίσιμο από το διεθνές κοινό. Στο κέντρο της βρίσκεται ένας ήρωας παγιδευμένος σε ένα προσωπικό και οικονομικό αδιέξοδο, μέσα στη σύγχρονη Ελλάδα, με την ιστορία να συνδυάζει το τοπικό με το οικουμενικό στοιχείο. Με απλά λόγια, είναι μια πολύ ελληνική ιστορία, η οποία όμως μιλά για πράγματα που μπορούν να καταλάβουν παντού: το χρέος, τον φόβο της κατάρρευσης, την απληστία, την οικογενειακή διάλυση και το σημείο στο οποίο ένας άνθρωπος αρχίζει να χάνει κάθε ηθικό φρένο.

 

Σπασμένη Φλέβα - ΘΕΡΙΝΑ ΣΙΝΕΜΑ

 

Η ιστορία ενός άνδρα που έχει ήδη χάσει, αλλά δεν το ξέρει

Πρωταγωνιστής της «Σπασμένης Φλέβας» είναι ο Θωμάς Αλεξόπουλος, τον οποίο υποδύεται ο Βασίλης Μπισμπίκης. Ένας μεσοαστός επιχειρηματίας, οικογενειάρχης περισσότερο στα χαρτιά παρά στην πραγματικότητα, ο οποίος βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη και σε πλήρη ελεύθερη πτώση.

Ένας τοκογλύφος τού δίνει λίγες ημέρες για να συγκεντρώσει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, διαφορετικά θα χάσει το σπίτι του. Ο Θωμάς αρχίζει τότε έναν απελπισμένο αγώνα δρόμου. Ζητά χρήματα από ανθρώπους που του χρωστούν, πιέζει συγγενείς και γνωστούς, εκμεταλλεύεται προσωπικές σχέσεις και δοκιμάζει κάθε πιθανή και απίθανη λύση.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι απλώς αν θα βρει τα χρήματα. Είναι μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει για να τα βρει.

Ο Θωμάς δεν είναι ένας συμπαθής ήρωας. Δεν είναι καν ένας «καλός άνθρωπος που έκανε λάθη». Είναι χειριστικός, εγωκεντρικός, επιπόλαιος και συχνά αδίστακτος. Έχει διαλύσει τη σχέση του με τη σύζυγο και τα παιδιά του, έχει χτίσει τη ζωή του πάνω σε ψέματα και αντιμετωπίζει σχεδόν κάθε άνθρωπο γύρω του ως πιθανή διέξοδο από τα προβλήματά του. Κι όμως, όσο περισσότερο βυθίζεται, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για τον θεατή να πάρει τα μάτια του από πάνω του.

Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο στοίχημα της ταινίας: να σε κρατήσει κοντά σε έναν άνθρωπο τον οποίο πιθανότατα δεν θα ήθελες ούτε να γνωρίσεις.

Στο καστ συναντάμε ακόμη τη Μαρία Κεχαγιόγλου, την Μπέττυ Αρβανίτη, τον Στάθη Σταμουλακάτο, την Κλέλια Ρένεση, τη Σοφία Κουνιά, τον Γιάννη Νιάρρο και τον Γιάννη Αναστασάκη. Το σενάριο υπογράφουν ο Γιάννης Οικονομίδης και ο Βαγγέλης Μουρίκης, ενώ η διάρκεια της ταινίας φτάνει τα 127 λεπτά.

 

Η ταινία που δίχασε όσο λίγες

Ο διχασμός γύρω από τη «Σπασμένη Φλέβα» δεν αποτέλεσε ιδιαίτερη έκπληξη. Το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη ανέκαθεν λειτουργούσε κάπως έτσι: είτε μπαίνεις ολοκληρωτικά στον κόσμο του είτε θέλεις να φύγεις τρέχοντας από αυτόν.

Οι θετικές κριτικές μίλησαν για μια ώριμη, σκοτεινή και ασφυκτική σύγχρονη τραγωδία, με εξαιρετικό ρυθμό και έναν Βασίλη Μπισμπίκη απόλυτα ταιριαστό στον κεντρικό ρόλο. Πολλοί είδαν στον Θωμά το πορτρέτο μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης που έμαθε να ζει πάνω από τις δυνατότητές της και, όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού, προτίμησε να πατήσει πάνω στους άλλους παρά να παραδεχτεί την αποτυχία της.

Άλλοι, αντίθετα, θεώρησαν ότι η ταινία επαναλαμβάνει γνώριμα χαρακτηριστικά του «οικονομιδικού» σύμπαντος: τη διαρκή ένταση, τους τοξικούς άνδρες, τη βία που βρίσκεται συνεχώς έτοιμη να εκραγεί, τις χοντρές κουβέντες και ένα περιβάλλον στο οποίο σχεδόν κανένας άνθρωπος δεν φαίνεται πραγματικά αθώος.

Υπήρξαν επίσης ενστάσεις για την αληθοφάνεια ορισμένων επιλογών του σεναρίου, για τη μεγάλη διάρκεια και για τον τρόπο με τον οποίο ο Θωμάς οδηγείται στις πιο ακραίες αποφάσεις. Σε κάποιους θεατές η ταινία φάνηκε καθηλωτική. Σε άλλους υπερβολική, εξαντλητική ή συναισθηματικά μονότονη. Και υπήρξαν κι εκείνοι που βγήκαν από την αίθουσα χωρίς να μπορούν να αποφασίσουν αν τους άρεσε – ή αν απλώς τους είχε αναστατώσει.

Ίσως, βέβαια, αυτή ακριβώς να είναι και η δύναμή της. Η «Σπασμένη Φλέβα» δεν προσπαθεί να γίνει ευχάριστη ούτε να προσφέρει εύκολη ταύτιση. Σε κλείνει για δύο ώρες μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο χρέος, ψέμα, φόβο και ηθική σήψη και σε αφήνει να αποφασίσεις μόνος σου αν αυτό που είδες ήταν υπερβολή ή ένας καθρέφτης στραμμένος προς μια πλευρά της ελληνικής κοινωνίας που συνήθως αποφεύγουμε να κοιτάξουμε.

 

Από τον διχασμό στην εμπορική επιτυχία

Οι διαφωνίες, πάντως, μόνο κακό δεν έκαναν στην πορεία της. Η ταινία κυκλοφόρησε στις ελληνικές αίθουσες στις 27 Νοεμβρίου 2025 και έκανε ένα εντυπωσιακό άνοιγμα, κόβοντας περισσότερα από 31.000 εισιτήρια μέσα στο πρώτο τετραήμερο. Σε έντεκα ημέρες είχε ήδη φτάσει τα 76.333, ενώ η συνολική της επίδοση ξεπέρασε τελικά τα 165.000 εισιτήρια.

Πρόκειται για την πιο επιτυχημένη εμπορικά ταινία του Γιάννη Οικονομίδη και για μία από τις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες μια βαριά, σκοτεινή ελληνική παραγωγή κατάφερε να λειτουργήσει σχεδόν σαν mainstream κινηματογραφικό γεγονός. Δεν ήταν απλώς μια ταινία που είδε το σινεφίλ κοινό. Έγινε θέμα συζήτησης στα social media, γέμισε αίθουσες και απέκτησε το δικό της word of mouth – θετικό, αρνητικό ή κάπου ανάμεσα.

Η διεθνής της πορεία είχε ήδη ξεκινήσει πριν από την επιλογή για τα Όσκαρ. Στο Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο απέσπασε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μυθοπλασίας, ενώ ο Βασίλης Μπισμπίκης τιμήθηκε με το βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας.

Το αν η «Σπασμένη Φλέβα» θα καταφέρει τελικά να φτάσει μέχρι την τελική πεντάδα των Όσκαρ είναι ακόμη πολύ νωρίς για να το γνωρίζουμε. Έχει, όμως, μερικά στοιχεία που μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ της: έναν σκηνοθέτη με αναγνωρίσιμη κινηματογραφική ταυτότητα, μια ιστορία δεμένη με τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, έναν ήρωα που θυμίζει πρόσωπο αρχαίας τραγωδίας, αν μη τι άλλο, χαρακτήρα που δεν ξεχνάς. Και φυσικά ΛΕΞ.