Η είδηση είναι σαφής: η Μαρία Καρυστιανού περνά –έστω και με αστερίσκους– το κατώφλι της πολιτικής. Έτσι δε θα τη βλέπουμε πια μόνο ως πρόεδρο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων «Τέμπη 2023», αλλά ως πρόσωπο που δηλώνει ανοιχτά ότι οργανώνεται ένας νέος πολιτικός φορέας, με στόχο τις επόμενες εθνικές εκλογές. Το αν θα ηγηθεί η ίδια, όπως είπε, μένει να φανεί. Το αν όμως αυτή η μετάβαση αλλάζει ριζικά τη φύση του κινήματος, είναι ήδη εδώ ως ερώτημα.
Για πολλούς μήνες, η Μαρία Καρυστιανού λειτούργησε ως μια μορφή σχεδόν υπερκομματική. Το πρόσωπό της συγκέντρωνε στήριξη, σεβασμό και συμπάθεια από όλο το πολιτικό φάσμα – με ορισμένες φορές εξαίρεση, φανερή ή υπόγεια, την κυβέρνηση. Το κίνημα των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών είχε κάτι σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα: μια ηθική νομιμοποίηση που δεν αμφισβητούνταν εύκολα. Δεν ανήκε σε κόμμα, δεν «επένδυε» εκλογικά, δε ζητούσε εξουσία. Ζητούσε αποκλειστικά και μόνο δικαιοσύνη.
Αυτό ακριβώς, όμως, είναι που αλλάζει τη στιγμή που το πρόσωπο-σύμβολο μπαίνει στον πολιτικό στίβο. Από τη στιγμή που η ίδια μιλά για κόμμα, για εκλογές, για «πρωτιά στην κάλπη», αλλάζει ο λόγος της και παύει να στέκεται έξω από την πολιτική αντιπαλότητα. Και από εκείνη τη στιγμή, είναι αναπόφευκτο να αξιολογείται πολιτικά: για όσα λέει, για όσα δε λέει, για το ποιον στηρίζει και ποιον στοχοποιεί.
Οι δηλώσεις της εναντίον του Αλέξη Τσίπρα, με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, είναι χαρακτηριστικές. Δεν πρόκειται πια για μια μητέρα που μιλά από θέση ηθικού πόνου, αλλά για μια πολιτική φωνή που παίρνει σαφή θέση στο εσωτερικό του «προοδευτικού χώρου». Και εκεί ακριβώς ξεκινά η τριβή: γιατί το κίνημα που μέχρι χθες ένωνε, σήμερα κινδυνεύει να διχάσει.
Η αναστάτωση στον ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, οι υπόγειες και φανερές εντάσεις γύρω από τον Νικόλα Φαραντούρη, οι αιχμές από το ΚΚΕ, οι παρεμβάσεις του Παύλου Πολάκη, αλλά και τα έμμεσα καρφιά της Ζωής Κωνσταντοπούλου, δείχνουν κάτι πολύ απλό: από εδώ και πέρα, η Μαρία Καρυστιανού δε θα αντιμετωπίζεται ως «κοινός τόπος πένθους», αλλά ως πολιτικός παίκτης. Και οι πολιτικοί παίκτες κρίνονται, συγκρούονται, φθείρονται μα κυρίως… καλούνται να παίξουν το παιχνίδι.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν «δικαιούται» να μπει στην πολιτική. Φυσικά και δικαιούται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η επιλογή, αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ενισχύει ή αποδυναμώνει τον αρχικό σκοπό. Και ο αρχικός σκοπός δεν ήταν –και δεν είναι– η πολιτική εκπροσώπηση, αλλά η δικαίωση των θυμάτων των Τεμπών. Μια δικαίωση που περνά μέσα από τη Δικαιοσύνη, με τη δίκη να βρίσκεται λίγους μόλις μήνες μακριά.
Όταν το πρόσωπο που ταυτίστηκε με την ηθική πίεση προς το σύστημα γίνεται μέρος του πολιτικού ανταγωνισμού, τότε το σύστημα αποκτά ένα ισχυρό άλλοθι: να μεταφράσει τον αγώνα ως «πολιτική εργαλειοποίηση», να τον εντάξει σε κομματικά συμφραζόμενα, να τον αποδυναμώσει επικοινωνιακά. Όχι απαραίτητα γιατί αυτό είναι αλήθεια, αλλά γιατί πια μπορεί να ειπωθεί.
Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο στοίχημα δεν είναι αν θα πετύχει ένα «κόμμα Καρυστιανού». Είναι αν το κίνημα των Τεμπών μπορεί να παραμείνει αυτό που ήταν: μια συλλογική, ηθική απαίτηση δικαιοσύνης, πάνω και πέρα από κόμματα. Και αυτό το στοίχημα, όσο η πολιτική μπαίνει στο κάδρο, γίνεται όλο και πιο εύθραυστο.