Χθες βράδυ η Εθνική Αγγλίας υποτάχθηκε στην Αργεντινή του Μέσι στον ημιτελικό του Μουντιάλ. Το «It’s coming home» θα μείνει για ακόμη μία διοργάνωση σύνθημα, ευχή και αντικείμενο πειράγματος για την επόμενη μέρα. Μόνο που το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι το τρόπαιο δεν επιστρέφει στην Αγγλία. Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως, για κάποιες γυναίκες και κάποια παιδιά, αυτός που επιστρέφει σπίτι μετά τον αγώνα είναι ένας άνθρωπος τον οποίο φοβούνται.

Την ώρα που εκατομμύρια φίλαθλοι παρακολουθούσαν έναν ποδοσφαιρικό ημιτελικό, σε ορισμένα σπίτια η αγωνία δεν αφορούσε το σκορ. Αφορούσε το πόσο είχε πιει εκείνος. Το αν θα γυρνούσε εκνευρισμένος. Το αν θα ξεσπούσε επειδή η ομάδα έχασε. Το αν μια λάθος κουβέντα, ένα βλέμμα ή ακόμη και η σιωπή θα ήταν αρκετά για να ξεκινήσουν οι φωνές, οι απειλές, οι προσβολές ή τα χτυπήματα.

 

 

Οι αριθμοί που συνοδεύουν τα παιχνίδια της Αγγλίας είναι εδώ και χρόνια ανατριχιαστικοί. Έρευνες και καμπάνιες στη Βρετανία αναφέρουν ότι οι καταγεγραμμένες περιπτώσεις ενδοοικογενειακής κακοποίησης αυξάνονται κατά περίπου 38% όταν η εθνική ομάδα χάνει και κατά 26% όταν κερδίζει ή φέρνει ισοπαλία. Αύξηση έχει παρατηρηθεί ακόμη και την επόμενη ημέρα, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει πραγματικά «καλό» σκορ για μια γυναίκα που ζει δίπλα σε έναν κακοποιητικό σύντροφο.

Κι εδώ χρειάζεται να ειπωθεί κάτι απολύτως καθαρά. Το ποδόσφαιρο δεν προκαλεί την ενδοοικογενειακή βία. Ο Μέσι δεν ευθύνεται για κανένα χτύπημα. Μια χαμένη ευκαιρία, ένα πέναλτι ή ένας αποκλεισμός δεν μεταμορφώνουν ξαφνικά έναν ήρεμο και τρυφερό άνθρωπο σε κακοποιητή. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που επιλέγει να τρομοκρατήσει, να ελέγξει, να ταπεινώσει ή να χτυπήσει έναν άνθρωπο μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

Αυτό που κάνει ένας μεγάλος αγώνας είναι να δημιουργεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο μια ήδη υπάρχουσα κακοποιητική συμπεριφορά μπορεί να κλιμακωθεί. Υπάρχουν δυνατά συναισθήματα, ομαδική ένταση, πολύωρη κατανάλωση αλκοόλ, στοιχηματισμός, απογοήτευση και η αίσθηση ότι μια εθνική ή ποδοσφαιρική ταυτότητα δέχθηκε πλήγμα. Τίποτα από αυτά δεν αποτελεί δικαιολογία. Μπορούν, όμως, να λειτουργήσουν ως παράγοντες που αυξάνουν την ένταση και κάνουν μια ήδη επικίνδυνη κατάσταση ακόμη πιο απρόβλεπτη. Η έρευνα έχει συνδέσει τη χρονική στιγμή μεγάλων ποδοσφαιρικών αγώνων με αλλαγές στην ένταση και τη συχνότητα των περιστατικών ενδοοικογενειακής κακοποίησης, εξετάζοντας ειδικά τον ρόλο του αλκοόλ και των έντονων συναισθημάτων.

Ακόμη κι εδώ, όμως, χρειάζεται προσοχή στη γλώσσα. Το αλκοόλ δε σηκώνει μόνο του το χέρι. Δε βρίζει, δεν απειλεί και δεν αποφασίζει ποιος μέσα στο σπίτι έχει δικαίωμα να μιλήσει. Μπορεί να μειώσει τις αναστολές και να ενισχύσει μια επιθετικότητα που υπάρχει ήδη, αλλά η κακοποίηση δεν είναι ένα ατύχημα που συνέβη επειδή κάποιος ήπιε παραπάνω. Είναι συμπεριφορά εξουσίας. Η ενδοοικογενειακή βία, άλλωστε, δεν αρχίζει πάντα με ένα χτύπημα. Μπορεί να έχει προηγηθεί ένα ολόκληρο σύστημα ελέγχου που οι γύρω δυσκολεύονται να δουν. Ο σύντροφος που αποφασίζει με ποιους θα μιλάει η γυναίκα του, που ελέγχει το κινητό και τα χρήματά της, που την απομονώνει από φίλους και συγγενείς, που την εξευτελίζει καθημερινά και ύστερα της εξηγεί ότι «υπερβάλλει». Εκείνος που την κάνει να παρατηρεί διαρκώς τον τόνο της φωνής του και να αλλάζει συμπεριφορά για να μην τον εκνευρίσει.

Σε ένα τέτοιο σπίτι, το βράδυ ενός σημαντικού αγώνα δεν είναι μια συνηθισμένη βραδιά. Η γυναίκα γνωρίζει ήδη τα σημάδια. Ξέρει πώς κλείνει την πόρτα, πώς αφήνει τα κλειδιά, πώς πετά το μπουφάν του, πόσο απότομα περπατά και τι σημαίνει όταν δεν απαντά. Μπορεί να προσπαθεί να κρατήσει τα παιδιά ήσυχα. Να απομακρύνει αντικείμενα. Να έχει φορτισμένο το κινητό της. Να προσποιείται ότι κοιμάται. Να μετρά τις λέξεις της μία προς μία. Για τον υπόλοιπο κόσμο, η βραδιά τελείωσε με έναν αποκλεισμό. Για εκείνη, μπορεί να μην έχει τελειώσει ακόμη.

Αυτός είναι και ο λόγος που η γνωστή αγγλική φράση «It’s coming home» απέκτησε σε καμπάνιες κατά της ενδοοικογενειακής βίας μια πολύ πιο σκοτεινή εκδοχή. Η Women’s Aid χρησιμοποίησε το μήνυμα «He’s Coming Home» για να φωτίσει την πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τις γιορτές των μεγάλων διοργανώσεων. Είτε η ομάδα κερδίσει είτε χάσει, πολλές γυναίκες βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο όταν ο κακοποιητής επιστρέψει στο σπίτι.

Οι κακοποιητές δεν κυκλοφορούν απαραίτητα με κάποια ταμπέλα. Μπορεί να είναι αγαπητοί στην παρέα, ευγενικοί στη δουλειά και πρόθυμοι να βοηθήσουν έναν γείτονα. Ακριβώς γι’ αυτό, όταν μια γυναίκα μιλήσει, ακούει συχνά τη φράση «μα δεν του φαινόταν». Λες και η κακοποίηση θα έπρεπε να είναι ορατή σε όλους για να θεωρηθεί αληθινή. Λες και ο κακοποιητής δεν γνωρίζει πολύ καλά πότε και μπροστά σε ποιον μπορεί να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο.

Η κοινωνία έχει επίσης ευθύνη για όσα επιλέγει να θεωρεί φυσιολογικά. Για τα αστεία γύρω από τον άνδρα που «καλύτερα να μην του μιλήσεις όταν χάνει η ομάδα του». Για τη γυναίκα που παρουσιάζεται σαν ενοχλητική επειδή ζήτησε να χαμηλώσει η τηλεόραση. Για τη φράση «άσ’ τον να ξεθυμάνει». Για την ανδρική επιθετικότητα που αντιμετωπίζεται σαν αναμενόμενη απόδειξη πάθους. Όσο γελάμε με την ιδέα ότι ένας άνδρας δεν ελέγχει τον θυμό του όταν βλέπει ποδόσφαιρο, του προσφέρουμε μια βολική ιστορία για τη συμπεριφορά του. Και όσο ζητάμε από τη γυναίκα να είναι ήσυχη, προσεκτική και υπομονετική, της φορτώνουμε την ευθύνη να διαχειριστεί έναν κίνδυνο που δεν δημιούργησε η ίδια.

Χρειάζονται υπηρεσίες που να είναι προετοιμασμένες για τις ημέρες αυξημένου κινδύνου, αστυνομικές και κοινωνικές δομές που να παίρνουν στα σοβαρά κάθε καταγγελία, καμπάνιες μέσα στα γήπεδα και συνεργασία των ίδιων των ποδοσφαιρικών συλλόγων. Χρειάζεται, κυρίως, να πάψουμε να αναζητούμε τι έκανε η γυναίκα, γιατί δεν έφυγε ή γιατί δεν μίλησε νωρίτερα και να στρέψουμε την ερώτηση εκεί όπου ανήκει: γιατί εκείνος θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να την ελέγχει και να την τρομοκρατεί;

Χθες η Αγγλία έχασε έναν ημιτελικό. Θα υπάρξει επόμενο Μουντιάλ, νέα ομάδα, νέος προπονητής και ακόμη μία ευκαιρία να επιστρέψει το τρόπαιο «στο σπίτι». Για τις γυναίκες, όμως, που φοβούνται τον ήχο του κλειδιού στην πόρτα μετά τη λήξη ενός αγώνα, το σπίτι δεν είναι προορισμός. Είναι το μέρος από το οποίο προσπαθούν να επιβιώσουν.