Το μεσημέρι της Πέμπτης 15 Ιανουαρίου 2026, η Ομόνοια ήρθε αντιμέτωπη με ένα απελπιστικό σκηνικό. Στην ταράτσα του κτιρίου της Πολεοδομίας, στην οδό Σωκράτους 57, ένας άντρας ήταν κρεμασμένος από τα κάγκελα, σε ύψος περίπου πέμπτου ορόφου, έτοιμος να δώσει τέλος στη ζωή του. Κάτω, περαστικοί και εργαζόμενοι κοιτούσαν σοκαρισμένοι, ενώ Αστυνομία και Πυροσβεστική είχαν σπεύσει στο σημείο και η κυκλοφορία είχε διακοπεί.

Η κατάσταση ήταν οριακή. Ο διαπραγματευτής της Ελληνικής Αστυνομίας προσπαθούσε επί ώρα να τον μεταπείσει, την ώρα που κάθε λάθος λέξη θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Ο άντρας, σύμφωνα με την οικογένειά του, βρισκόταν σε απόγνωση λόγω υπόθεσης που αφορούσε την Πολεοδομία. Η κόρη του, Γεωργία Τσούκα, μιλώντας αργότερα στην εκπομπή Αποκαλύψεις, περιέγραψε μια κατάσταση που, όπως είπε, τους ξεπέρασε: ένα σπίτι νόμιμο, με όλες τις διαδικασίες τηρημένες, και παρ’ όλα αυτά ένα έγγραφο που προέβλεπε κατεδάφιση. «Είναι άδικο. Μας κοροϊδεύουν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

 


 

Σε εκείνο το σημείο, η υπόθεση πήρε μια τροπή που συζητήθηκε έντονα. Ο άντρας ζήτησε να βγει ζωντανά στην εκπομπή και να μιλήσει με τον Πέτρο Κουσουλό. Μαζί του, στον τηλεοπτικό αέρα, βρέθηκε και ο Θανάσης Κατερινόπουλος, με την εμπειρία του ως διαπραγματευτής της ΕΛ.ΑΣ. να αποδεικνύεται καθοριστική. Ο διάλογος ήταν φορτισμένος, ανθρώπινος, χωρίς φωνές και ένταση. Του μίλησαν για την οικογένειά του, για τους ανθρώπους που τον αγαπούν και τον χρειάζονται, για το γεγονός ότι η ζωή του αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε αδικία.

Και πράγματι, η ιστορία είχε αίσιο τέλος. Ο άντρας πείστηκε να περάσει ξανά μέσα από τα κάγκελα και να απομακρυνθεί από το σημείο κινδύνου. Ζει. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.

Ωστόσο, παρά τη θετική κατάληξη και τον ρόλο που έπαιξε η ανθρώπινη προσέγγιση του Κουσουλού και του Κατερινόπουλου, ένα ερώτημα τέθηκε εύλογα και έντονα στα social media: ήταν σωστό όλο αυτό να μεταδοθεί σε ζωντανή σύνδεση; Ένας άνθρωπος, κρεμασμένος κυριολεκτικά ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, βγήκε στον αέρα ως τηλεοπτικό περιεχόμενο. Όχι σε ρεπορτάζ εκ των υστέρων, αλλά σε real time, με ό,τι ρίσκο αυτό συνεπάγεται.

Η δημόσια συζήτηση δεν ακυρώνει το αποτέλεσμα, ούτε μηδενίζει τη συμβολή όσων προσπάθησαν να τον σώσουν. Θίγει όμως κάτι βαθύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο: τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ενημέρωση και στο θέαμα. Η αυτοκτονική κρίση δεν είναι εικόνα για τηλεθέαση, ούτε διάλογος για prime time. Είναι μια εξαιρετικά εύθραυστη στιγμή που απαιτεί απόλυτη προσοχή, εξειδίκευση και – πάνω απ’ όλα – προστασία του ανθρώπου που βρίσκεται σε απόγνωση.

Το θετικό είναι ότι αυτή τη φορά, η ιστορία δεν κατέληξε σε τραγωδία. Το ζητούμενο, όμως, είναι να μη χρειαστεί ποτέ ξανά να αναρωτηθούμε αν ένα ανθρώπινο δράμα σώθηκε παρά την τηλεόραση ή μέσω αυτής.