Για αιώνες, μία από τις πιο διαδεδομένες θεωρίες γύρω από τον Παρθενώνα ήθελε τις ανεπαίσθητες καμπύλες και τις μικρές αποκλίσεις του να αποτελούν ένα αρχιτεκτονικό τέχνασμα. Οι δημιουργοί του μνημείου, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, είχαν υπολογίσει τις αδυναμίες της ανθρώπινης όρασης και κατασκεύασαν τον ναό με τέτοιον τρόπο ώστε να φαίνεται στα μάτια μας απολύτως ευθύς και αρμονικός.
Μια νέα μαθηματική μελέτη, ωστόσο, έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την εντυπωσιακή αφήγηση.
Ο Αλέν Γκοριελί, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εξέτασε με τη βοήθεια μαθηματικών μοντέλων τις πιο γνωστές θεωρίες περί «οπτικών διορθώσεων» στον Παρθενώνα. Όπως αναφέρει ο Guardian, η έρευνά του έχει γίνει δεκτή προς δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό «Royal Society Open Science».
Το βασικό συμπέρασμα του Βρετανού μαθηματικού είναι πως αρκετές από τις οπτικές ψευδαισθήσεις που υποτίθεται ότι προσπάθησαν να διορθώσουν οι αρχαίοι αρχιτέκτονες είτε δεν έχουν αποδειχθεί επιστημονικά είτε είναι τόσο ανεπαίσθητες, ώστε δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από έναν επισκέπτη που κοιτάζει το μνημείο από φυσιολογική απόσταση.
Μια θεωρία με ιστορία δύο χιλιετιών
Οι ρίζες αυτής της αντίληψης φτάνουν μέχρι τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα και μηχανικό Βιτρούβιο. Περίπου τέσσερις αιώνες μετά την ανέγερση του Παρθενώνα, ο Βιτρούβιος έγραψε για τις τεχνικές που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να διορθώνουν οπτικές παραμορφώσεις στα κτίριά τους.
Οι ερμηνείες των κειμένων του πέρασαν σταδιακά στα εγχειρίδια αρχιτεκτονικής και, με το πέρασμα των αιώνων, άρχισαν να παρουσιάζονται σχεδόν ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Η θεωρία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο τον 19ο αιώνα, όταν ακριβέστερες μετρήσεις επιβεβαίωσαν ότι αρκετά τμήματα του Παρθενώνα δεν είναι εντελώς ευθύγραμμα.
Σύμφωνα με τον Γκοριελί, έχουν διατυπωθεί τουλάχιστον 12 διαφορετικές θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν αυτές τις αποκλίσεις ως οπτικές διορθώσεις. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες δεν συνοδεύονται από επαρκείς αποδείξεις.
Η συγκεκριμένη αφήγηση έχει, μάλιστα, εδραιωθεί τόσο πολύ στη σύγχρονη γνώση γύρω από το μνημείο, ώστε πλέον επαναλαμβάνεται ως δεδομένη ακόμη και από συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η καμπύλη στη βάση του Παρθενώνα
Ένα από τα γνωστότερα παραδείγματα αφορά τον στυλοβάτη, δηλαδή τη βάση επάνω στην οποία στηρίζονται οι κίονες του ναού. Η επιφάνειά του δεν είναι απολύτως επίπεδη, αλλά σχηματίζει μια διακριτική καμπύλη, η οποία υψώνεται περίπου έξι εκατοστά προς το κέντρο.
Η κλασική εξήγηση υποστηρίζει ότι, εάν η βάση ήταν εντελώς ευθεία, το ανθρώπινο μάτι θα την έβλεπε σαν να υποχωρεί ή να «βουλιάζει» στο κέντρο. Έτσι, οι αρχιτέκτονες φέρονται να πρόσθεσαν την καμπύλη για να εξουδετερώσουν αυτή την ψευδαίσθηση.
Ο Γκοριελί, όμως, υποστηρίζει ότι δεν κατάφερε να βρει επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν πως μια μεγάλη οριζόντια γραμμή προκαλεί πράγματι μια τέτοια εντύπωση.
Αμφιβολίες εκφράζει και για τη σύνδεση των κιόνων με την ψευδαίσθηση Hering. Πρόκειται για ένα γνωστό οπτικό φαινόμενο, κατά το οποίο δύο παράλληλες γραμμές μπορεί να μοιάζουν καμπυλωμένες όταν τέμνονται από άλλες γραμμές.
Στην περίπτωση του Παρθενώνα, όμως, οι κίονες βρίσκονται πολύ κοντά στην κατακόρυφο και δεν σχηματίζουν τις οξείες γωνίες που απαιτούνται για να γίνει έντονο το συγκεκριμένο φαινόμενο. Παράλληλα, δεν έχει αποδειχθεί ότι μια ψευδαίσθηση που παρατηρείται σε μια επίπεδη εικόνα λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όταν ο θεατής κοιτάζει ένα τρισδιάστατο οικοδόμημα.
Τι ισχύει για την «ένταση» των κιόνων
Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται και η περίφημη «ένταση», η ελαφρά δηλαδή διόγκωση που παρουσιάζουν οι κίονες περίπου στο μέσο του ύψους τους.
Μια από τις δημοφιλέστερες θεωρίες αναφέρει ότι η συγκεκριμένη τεχνική χρησιμοποιήθηκε επειδή ένας απολύτως ευθύς κίονας θα φαινόταν στο ανθρώπινο μάτι λεπτότερος στο κέντρο. Η μικρή διόγκωση θα λειτουργούσε, επομένως, ως αντιστάθμισμα αυτής της υποτιθέμενης παραμόρφωσης.
Ο καθηγητής της Οξφόρδης αναφέρει ότι ούτε για αυτή την ψευδαίσθηση εντόπισε επαρκείς αποδείξεις. Επιπλέον, η διόγκωση στους κίονες του Παρθενώνα φτάνει μόλις τα 18 χιλιοστά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, πρόκειται για μια διαφορά που γίνεται οριακά αντιληπτή από τις αποστάσεις από τις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι παρατηρούν το μνημείο.
Αν δεν ήταν οπτικό τέχνασμα, τότε τι ήταν;
Η αμφισβήτηση των θεωριών περί οπτικών διορθώσεων αφήνει ανοιχτό ένα βασικό ερώτημα: Γιατί οι αρχιτέκτονες του Παρθενώνα επέλεξαν αυτές τις ανεπαίσθητες καμπύλες;
Ο Γκοριελί αποφεύγει να παρουσιάσει μία και μοναδική απάντηση. Θεωρεί, πάντως, πιθανό να υπήρχαν πρακτικοί λόγοι πίσω από ορισμένες επιλογές. Η καμπύλωση του στυλοβάτη, για παράδειγμα, ενδέχεται να διευκόλυνε την απορροή του νερού της βροχής, εμποδίζοντας τη συγκέντρωσή του στην επιφάνεια.
Όσο για τους κίονες, η μορφή τους ίσως δεν είχε στόχο να διορθώσει κάποιο σφάλμα της όρασης. Θα μπορούσε απλώς να ανταποκρίνεται στις αισθητικές αντιλήψεις της εποχής, καθώς οι ελαφρώς καμπυλωμένες γραμμές πιθανόν θεωρούνταν πιο φυσικές, οργανικές και όμορφες από τις απόλυτα ευθείες.
Γιατί μας γοήτευσε τόσο πολύ αυτός ο μύθος
Ο ίδιος ο ερευνητής περιγράφει την προσπάθειά του ως μια περιπλάνηση σε έναν «λαβύρινθο» θεωριών, ερμηνειών και πεποιθήσεων που συσσωρεύονταν επί αιώνες. Κατά την εκτίμησή του, η θεωρία των οπτικών διορθώσεων επιβίωσε τόσο πολύ επειδή ταιριάζει απόλυτα με την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για την αρχαία Ελλάδα: έναν πολιτισμό τόσο προηγμένο, ώστε ακόμη και η μικρότερη λεπτομέρεια ενός κτιρίου να κρύβει πίσω της ένα σύνθετο μαθηματικό σχέδιο.
Η ιδέα ότι οι αρχιτέκτονες του Παρθενώνα μπορούσαν να προβλέψουν και να «ξεγελάσουν» την ανθρώπινη όραση είναι, άλλωστε, πολύ πιο γοητευτική από την πιθανότητα μια καμπύλη να δημιουργήθηκε για να φεύγουν τα νερά ή απλώς επειδή έδειχνε όμορφη.
Ο Φρανκ Σάλμον, καθηγητής Ιστορίας της Κλασικής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, σημειώνει στον Guardian ότι οι ειδικοί αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια με επιφύλαξη ορισμένες από τις εξηγήσεις του Βιτρούβιου. Όπως επισημαίνει, είναι παρακινδυνευμένο να χρησιμοποιούνται τα κείμενα ενός Ρωμαίου συγγραφέα ως βασικό εργαλείο για την ερμηνεία ελληνικών αρχιτεκτονικών πρακτικών που είχαν προηγηθεί κατά πολλούς αιώνες.
Ο Γκοριελί ολοκληρώνει τη μελέτη του με μια μάλλον ασυνήθιστη προτροπή για επιστημονικό κείμενο. Καλεί τους αναγνώστες να αφήσουν για λίγο τη θεωρία στην άκρη, να περπατήσουν σε μια πόλη, να παρατηρήσουν τα κτίρια γύρω τους και να εμπιστευθούν αυτό που πραγματικά βλέπουν. Ίσως, τελικά, το μεγαλείο του Παρθενώνα να μη βρίσκεται στην ικανότητά του να εξαπατά το ανθρώπινο μάτι, αλλά στο γεγονός ότι εξακολουθεί, σχεδόν 2.500 χρόνια αργότερα, να το μαγνητίζει.