Μια ερώτηση για το ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας έθεσε ο Νίκος Ελευθερόγλου στον Άδωνι Γεωργιάδη στον αέρα του Action24. Ο υπουργός Υγείας, αφού προφανώς εξάντλησε όλα τα διαθέσιμα πολιτικά επιχειρήματα σε χρόνο-ρεκόρ, πέρασε κατευθείαν στο επόμενο στάδιο του δημόσιου διαλόγου: ρώτησε τον δημοσιογράφο μήπως είχε «πάρει κάνα μπάφο» πριν βγει στην εκπομπή.

Ο Νίκος Ελευθερόγλου παρουσίασε ένα υποθετικό μετεκλογικό σενάριο. Ρώτησε τι θα μπορούσε να συμβεί εάν η Νέα Δημοκρατία κέρδιζε τις εκλογές με ποσοστό 28%, ένα δεύτερο κόμμα συγκέντρωνε 15% και οι δύο πολιτικές δυνάμεις συζητούσαν τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας με διαφορετικό πρωθυπουργό. Μιλάμε, δηλαδή, για μια ερώτηση σχετικά με κυβερνητικές συνεργασίες σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Όχι για το αν θα προσγειωθούν εξωγήινοι στο Μέγαρο Μαξίμου ούτε για το αν θα αναλάβει την πρωθυπουργία ο Ντάνος του Survivor.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης αναρωτήθηκε αρχικά εάν θα μπορούσε να βρεθεί έστω και ένας βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας που θα ζητούσε από τον νικητή των εκλογών, Κυριάκο Μητσοτάκη, να παραχωρήσει τη θέση του προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας. Θα μπορούσε να είχε σταματήσει εκεί. Θα ήταν μια απολύτως σαφής πολιτική απάντηση: η Νέα Δημοκρατία δε συζητά κυβέρνηση με άλλον πρωθυπουργό και τέλος. Ο υπουργός, όμως, αισθάνθηκε ότι από τη συζήτηση έλειπε κάτι. Και αυτό το κάτι ήταν, προφανώς, ένας μπάφος.

«Τώρα αυτά τα λέτε σοβαρά; Μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;», ρώτησε τον δημοσιογράφο, ανεβάζοντας για ακόμη μία φορά το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου στα γνωστά ύψη που έχει τργουδήσει κι ο Τερζής ότι είναι η θέα… Όποιος ξέρει, ξέρει.

Ο Νίκος Ελευθερόγλου απάντησε ότι δεν καπνίζει «ούτε μπάφο ούτε τίποτε άλλο» και πρόσθεσε ότι δεν πρόκειται να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο, επειδή δεν επιθυμεί να μπει σε αυτή τη λογική. Όταν ο Άδωνις Γεωργιάδης αντιλήφθηκε ότι ο συνομιλητής του δεν είχε ενθουσιαστεί ιδιαίτερα με το χιούμορ, επιστράτευσε τη φράση που έχει σώσει αμέτρητους ανθρώπους όταν μια προσβολή δεν πέτυχε τον στόχο της: «Καλά, πλάκα έκανα».

 


 

Η γνωστή πλάκα που εμφανίζεται μετά την αντίδραση

Το «πλάκα έκανα» διαθέτει μια σχεδόν μαγική ιδιότητα. Εμφανίζεται πάντοτε μετά την προσβολή και ποτέ πριν από αυτήν. Συνήθως, μάλιστα, κάνει την είσοδό του μόλις ο άλλος δείξει ότι δεν γέλασε, λες και το πρόβλημα δεν ήταν αυτό που ειπώθηκε, αλλά η σοβαρότητα με την οποία τόλμησε να το αντιμετωπίσει ο αποδέκτης του.

Φυσικά, ο υπουργός θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το σενάριο ανέφικτο, αβάσιμο ή πολιτικά παράλογο. Θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί θεωρεί αδύνατο να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας με άλλον πρωθυπουργό. Θα μπορούσε ακόμη και να γελάσει με την υπόθεση. Όλα αυτά, όμως, απαιτούν περισσότερες λέξεις από το «έχετε πάρει κάνα μπάφο;» και σαφώς λιγότερες πιθανότητες να γίνουν viral.

Η ειρωνεία είναι ότι η ερώτηση του Νίκου Ελευθερόγλου αφορούσε κάτι απολύτως συνηθισμένο στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες: τι συμβαίνει όταν το πρώτο κόμμα δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνο του. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αποτελούν ψευδαίσθηση που προκαλείται από ουσίες, αλλά πραγματικό πολιτικό ενδεχόμενο όταν οι αριθμοί δεν βγαίνουν – όσο άβολο κι αν είναι αυτό για τα κόμματα που ονειρεύονται αυτοδυναμίες.

Κάπως έτσι, αντί να συζητάμε εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να υπάρξει μετεκλογική συνεργασία, συζητάμε για το αν ο δημοσιογράφος είχε καπνίσει πριν από την εκπομπή. Πράγμα λογικό, αφού στην ελληνική πολιτική η απάντηση σε μια δύσκολη ερώτηση είναι συχνά λιγότερο σημαντική από την ατάκα που θα κερδίσει τα επόμενα δεκαπέντε λεπτά στα social media.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί το σενάριο αστείο. Ως υπουργός, όμως, οφείλει να μπορεί να εξηγήσει και γιατί. Διότι άλλο πράγμα η καυστική πολιτική απάντηση και άλλο η προσωπική προσβολή που, όταν δεν περάσει, βαφτίζεται αναδρομικά «χιούμορ».

Σε κάθε περίπτωση, η απορία λύθηκε: όχι, ο Νίκος Ελευθερόγλου δεν είχε κάνει μπάφο. Για το τι θα συμβεί, όμως, εάν η Νέα Δημοκρατία δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία, θα χρειαστεί μάλλον να περιμένουμε κάποια επόμενη συνέντευξη – και, ει δυνατόν, μία στην οποία οι πολιτικές ερωτήσεις θα απαντώνται με πολιτικές απαντήσεις.